ESOTERICA

Κανένα γεγονός που εναντιώνεται ή αντιτίθεται στην όποια προσωπική κρίση του καθενός δεν μπορεί να ιδωθεί, να εξηγηθεί και τελικώς να γίνει αποδεκτό ως πραγματικό, υπό το κράτος του φόβου και της αμφιβολίας για την πιθανή ύπαρξή του.
(" Το νησί κάτω από την ομίχλη", εκδόσεις Καστανιώτη - 2010)


Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Το μπρελόκ και οι δίδυμες.

Το πατρικό μου στο Αιγάλεω είναι μια μονοκατοικία. Το οικόπεδο το είχε δώσει προίκα ο παππούς μου, Τάσος,  στα δύο δίδυμα κορίτσια του, την Γρηγορία (Ρίτσα), τη μητέρα μου και την Ειρήνη ( Ρένα) τη θεία μου. ( Ο γιος του και θείος μου, Αντώνης , είναι από μόνος του ένα άλλο κεφάλαιο!). Το χώρισε αυτό το οικόπεδο ο παππούς  στη μέση και  οι δίδυμες έφτιαξαν  δύο μονοκατοικίες δίπλα δίπλα.  Η μητέρα μου αρχικά αφού παντρεύτηκε πρώτη, διαμορφώνοντας ( ο μπαμπάς μου δηλαδή που ήταν οικοδόμος) τα ήδη υπάρχοντα κτίσματα όπου έμενε η οικογένειά της και που έφυγαν όταν παντρεύτηκε η κόρη τους, χτίζοντας ένα άλλο σπίτι με τσιμεντόλιθους και ελλενίτ, στο βάθος του οικοπέδου για να μένουν με τον γιό τους.
Οι δίδυμες δεν ήταν  πάντα αγαπημένες. Εντάξει τις περισσότερες φορές ήταν, αλλά τσακωνόντουσταν και πάρα πολύ συχνά, γιατί η θεία μου για κάποιο λόγο πίστευε ότι ήταν ριγμένη σχετικά με το οικόπεδο, επειδή άφησε ένα ή δύο μέτρα για να υπάρχει κάποιος διάδρομος ανάμεσα στα δύο σπίτια, αφού παντρεύτηκε πρώτη η μητέρα μου όπως είπα,  η οποία πήρε το μισό ακριβώς οικόπεδο αρχικά. Αυτό ήταν αντικείμενο προστριβής πολλές φορές μεταξύ τους ( αλλά και ανάμεσα στους άνδρες τους, τον μπαμπά μου και το θείο μου (Βασίλης και ο ένας και ο άλλος). Τέλος πάντων, πολλά ευτράπελα έχουν γίνει μεταξύ των δύο οικογενειών με αυτό το θέμα, που ίσως τα αναφέρω σε κάποιο άλλο post.
Κάθε πρωί, λοιπόν, η θεία μου ερχόταν στο δικό μας σπίτι για να πιει τον πρωινό της ελληνκό καφέ με τη μητέρα μου. ( Γιατί έπρεπε να της πει και το φλυτζάνι μετά,  μαντική τέχνη που κανείς δεν ξέρει πως απέκτησε η θεία...μάλλον μας κορόϊδευε, τώρα που το σκέφτομαι). Ερχόταν η θεία πολύ  νωρίς το πρωι, ξημερώματα σχεδόν. Και υποτίθεται ότι μιλούσαν σιγά, αλλά πόσο σιγά μπορούσαν να μιλήσουν δυο  άνθρωποι που έχουν απλώλεια ακοής. Η θεία μου δε, ήταν πιο κουφή από τη μάνα μου, (αν και πιστεύω πως και η μία και η άλλη είχαν επιλεκτική ακοή γιατί άλλα άκουγαν, όσα τους σενέφεραν συνήθως και άλλα όχι). Όποτε μιλούσαν, όμως ,ακούγονταν όχι μόνο σε όλο το σπίτι ( που ήταν και περίεργα διαμορφωμένο, σαν τρένο το ένα δωμάτιο πίσω από το άλλο, όπως όλα τα παλιά σπίτια που διαμορφώθηκαν πάνω σε άλλα παλιότερα.  Για να σκεφτείτε για να πας από το σαλόνι στο μπάνιο, έπρεπε να περάσεις από το δωμάτιο των παιδιών να μπείς στο δωμάτιο των γονιών μετά στην κουζίνα και μετά να μπας στο μπανιο!), ακούγονταν, λοιπόν, όχι μόνο σε όλο το σπίτι ( λόγω echo) αλλά και σε όλα τα παρακείμενα σπίτια της γειτονιάς.
Ήταν η περίοδος που έτυχε να μη δουλεύουν οι δίδυμες, η θεία προσπαθούσε να βγει στη σύνταξη λόγω νευρικών διαταραχών ( άλλο γέλιο αυτό!) και η μητέρα μου δεν θυμάμαι για ποιο λόγο δεν δούλευε τότε.  Εγώ πήγαινα τελευταία τάξη του Λυκείου. Στο σπιτι μου είχε έρθει να εγκατασταθεί και ο μετέπειτα γαμπρός μου, που είχε αρραβωνιαστεί την αδερφή μου και που ήταν μόνιμος  υπαξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό ( για να μην χαλάνε πολλά λεφτά και να  τα μαζέψουν για να αποπερατώσουν το σπίτι τους στο μελλοντικό πρώτο όροφο της μονοκατοικίας, που  είχε  ήδη χτίσει ο μπαμπάς μου και ήταν γιαπί). Τότε ο Δημήτρης είχε μετατεθεί σ΄ ένα αντιτορπιλικό καράβι , τον Κουτουριώτη, στην Κρήτη και ερχόταν πολύ λίγες μέρες τον μήνα ή καθόλου για κάποιους μήνες. Όποτε ερχόταν όμως ο άνθρωπος ήθελε να κοιμάται, να ξεκουράζεται και γενικώς να μπορεί να χαρεί την ολιγοήμερη ( συνήθως) άδειά του.  Γενικώς το σπίτι μας τότε ήταν κανονικό Σεράϊ.
Ένα πρωί , όπως συνήθως, κατέβηκε η Ρένα να πιεί καφέ με τη Ρίτσα. Τότε είχαν βγει κάποια μπρελόκ για κλειδιά, που αν φώναζες, (κάποιο όνομα, κάποια λέξη, αν φώναζες γενικώς) αυτό άρχιζε  να χυπάει με έναν εκνευριστικό θόρυβο, προκειμένου να το βρίσκεις εύκολα, σε περίπτωση που το  είχες βάλει κάπου  και δεν το έβρισκες.  Και η θεία μου με τη μάνα μου ήταν οι πρώτες που έβρισκαν τέτοια γκατζετάκια της εποχής και τα διέδιδαν κιόλας παντού. 
Εκείνο το πρωί είχαν ανακαλύψει αυτό το μπρελόκ.  Τότε δεν ξυπνούσα τόσο πρωι και μου άρεσε ο πρωινός ύπνος (βαριόμουν και το σχολείο βασικά). Μέσα από τον ύπνο μου άκουγα τις ομιλίες των διδύμων, με αυτή την υπόκωφη φωνή ( τάχα για να μην τις ακούσουν οι υπόλοιποι) αλλά εξαιρετικά δυνατή υπόκωφη φωνή , ( για να ακούσουν η μία την άλλη)

"Αν μιλήσεις αρχίζει και χτυπάει, είναι πολύ ωραίο",ακούω να λέει η θεία.
"Και τι να πεις;", με απορία η μαμά.
"Ε δεν ξέρω ρε Ρίτσα, ένα όνομα, να πεις κάτι".
"Ωραίο ε;"
"Πολύ. Εγώ που χάνω τα κλειδιά συνέχεια είναι πολύ καλό!" .
( Όντως τα έχανε η θεία τα κλειδιά της συνέχεια ,αλλά όχι κάπου που άν φώναζε θα τα έβρισκε...τα έχανε στη λαϊκή, τα ξέχναγε απο εδώ κι από κει που τριγύριζε όλη μέρα , αλλά  πάντως όχι καπου, που όταν το έπαιρνε χαμπάρι ότι λείπουν, θα φώναζε , θα χτυπούσε το μπρελοκ και θα τα έβρισκε) 
"Α, πολύ χρήσιμο", συμφωνησε η μαμά. "Τώρα αν πουμε κάτι θα χτυπήσει;" 
( Εν τω μεταξύ το μπρελόκ σε όλη αυτή τη συζήτηση έπιανε κάποια συχνότητα, συντονιζόταν από κάποια απο τα λεγόμενα των κοριτσιών, όπως τις έλεγαν όλοι στη γειτονιά, και χτύπαγε κατά περιόδους, αλλά αυτές δεν το άκουγαν)
"Πες κάτι" , παρότρυνε η θεία τη μαμά.
(Σιωπή, προφανώς σκεφτόταν η μαμά τί να πει).
"Μουρταδέλα" είπε ξαφνικά η μαμά, επειδή μάλλον σκεφτόταν τα φάει κάτι πρωί πρωί, ούσα λιχούδα, αλλά το μπρελόκ δεν χτύπησε.
"Λίγο πιο δυνατά", είπε η θεία
"Μουρταδέλα", ξαναίπε η μαμά πιο δυνατά, τίποτα το μπρελόκ.
"Πως σου ήρθε να πεις φουστανέλα", απόρησε η θεία , διαβάζοντας πιθανόν λάθος τα χείλη της μαμάς. "Πες τυρί", την παρότρυνε. Η μαμά δεν αντέδρασε.
 "Χαλασμένο είναι;" ρώτησε η μαμά.
"Αντε καλέ, χθες το πήρα", την καθησύχασε η θεία. "Πες κάτι άλλο", τη συμβούλεψε.

Εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά, τόσο από τις φωνές τους όσο και από τον εκνευριστικό ήχο του μπρελόκ που αυτές δεν άκουγαν. Ο αδερφός μου, ο Τάσος,  στο δίπλα κρεββάτι, πολύ μιρκός (7-8 χρονών), δεν έχει πάρει χαμπάρι και κοιμάται. Ανοίγει  η συρταρωτή πόρτα που χώριζε το δωμάτιό μου από το σαλόνι , όπου εκεί κοιμόταν ο γαμπρός μου με την αδερφή μου. Εμφανίζεται ο γαμπρός μου. Ένας θηριώδης  μελαχοινός τύπος ,τριχωτός...αυτό που λέμε άντρακλας, μόνο με το μποξεράκι του, αν και είχε κρύο. Σκληραγωγημένο παιδί. Με κοιτάει.

"Τι φασαρία είναι αυτή;" με ρωτάει ο γαμπρός μου.
"Οι δίδυμες", του λέω.
"Γιατί φωνάζουν;" 
"Κάτι δοκιμάζουν, ένα μπρελοκ μου φαίνεται" απαντώ μέσα από τις κουβέρτες.
"Πες τους να σταματήσουν".
"Δεν θα ακούσουν, πρέπει να πάω μέσα και βαριέμαι".

Μέσα είχε αρχίσει το πανηγύρι όμως. Οι Δίδυμες άρχιζαν και φώναζαν διάφορες λέξεις, ό,τι έβλεπαν προφανώς τριγύρω τους ή ό,τι τους ερχόταν στο μυαλό, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε (ψυγείο, καφές, φλυτζάνι, κουταλάκι, πόρτα). Μετά περάσανε στα ζαρζαβατικά, (χόρτα, καρότο, πατάτα, κρεμμύδι κλπ ). Μέχρι και ολόκληρες προτάσεις φώναζαν ( Τι κάνεις; Θα πάμε στη λαϊκή; Τι φαϊ θα κάνεις σήμερα; Έχω να παω στο γιατρό. Εχθές που έπαιξα προπό δεν κέρδισα τίποτα...Η θεία ήταν τότε τζογαδόρισα) κι άλλα τέτοια.
Ο γαμπρός μου καθόταν στην πόρτα και με κοιτούσε πολύ τσαντισμένος που του χάλασαν τον ύπνο και είχε και δίκιο το παιδί, έγω είχα αρχίζει να γελάω. Διέκρινα κι ένα κρυφό χαμόγελο στα χείλη του γαμπρού μου. Σε κάποια παύση των φωνών από τις δίδυμες , πιθανόν για να βρουν κάτι άλλο να πουν, κι ενώ το μπρελόκ είχε χτυπήσει άπειρες φορές, που όμως οι δίδυμες δεν άκουγαν, ο γαμπρός μου  προχώρησε προς την πόρτα για το επόμενο δωμάτιο και φώναξε με δύναμη προς τα μέσα: "ΣΚΑΣΜΟΣ".
Δεν το είπε με κακία αλλά μάλλον προσπαθούσε να βρει μια  χαρακτηριστική λέξη για να την ακούσουν και να σταματήσουν. Οπως ακριβώς κάνουμε για τα σκυλιά. Φυσικά το μπρελόκ  συντονίστηκε και χτύπησε. Ήταν πρώτη φορά που το άκουσαν οι δίδυμες, αλλά  δεν είχαν ακούσει μάλλον τον γαμπρό μου. 

"Να το χτύπησε, Τι είπες Ρίτσα;" ,ρωτάει η θεία μου γιατί δεν είχε ακούσει κάτι που πιθανόν να είπε η μάνα μου, που όμως δεν είχε πει τίποτα, γιατί ήταν η στιγμή που έψαχναν.
"Τίτοτα δεν είπα", είπε η μαμά.
"Αφού χτύπησε, το άκουσες, δεν το άκουσες;" ρώτησε η θεία με αγωνία.
"Το άκουσα αλλά δεν είπα τίποτα, έψαχνα τι να πω",δικαιολογήθηκε η μαμά λες και είχε κάνει έγκλημα. Και να μην το είχε ακούσει όμως δεν θα το έλεγε αφού το άκουσε η πιο κουφή αδερφή της. Ντροπή και όνειδος!

Ο γαμπρός μου με κοιτούσε με απόγνωση, πλέον γελούσε  κι αυτός . Ξαναμπαίνει μέσα στο σαλόνι κλείνοντας την συρταρωτή πόρτα πίσω του. Εγώ αποφασίζω να μην σηκωθώ από το κρεββάτι. 
Οι δίδυμες μέσα ξανάρχισαν το θέατρο του παραλόγου. Είχαν περάσει σε διάφορα ονόματα για να κάνουν το μπρελόκ να χτυπήσει. Ονόματα κατ' αρχάς  που υπήρχαν στην οικογένεια, μέχρι τις μακρινές θείες και συγγενείς και μετά όλα τα ονόματα της γειτονιάς. Το μπρελοκ στα ονόματα χτυπούσε πιο συχνά, αυτές το ακούν και χαίρονται και όσο χαίρονται φωνάζουν πιο δυνατά! "Ρέναααααα, Ριτσαααααα, Νίκοοοοοο, Βασίληηηηηηηη, Τάσοοοοοοοο, Δημήτρηηηηηηηηη, Βασίληηηηηηηηη (ο άλλος Βασίλης, διαφορετικό πρόσωπο  διαφορετικό όνομα σου λεει),  θεία Δεσπινιόοοοοοοοο, θεία Τασούλααααααα" ( ναι έβαζαν και το προσδιοριστικό μπροστά για να ξέρουν για ποιον μιλάνε) Όσο άκουγαν το μπρελοκ να χτυπάει ,(που δεν το άκουγαν όσες φορές αυτό χτύπαγε), τόσο περισσότερο και πιο δυνατά φώναζαν. Γενικώς ένας χαμός 7 η ώρα το πρωί και μάλιστα  χειμώνας.
Ξαφνικά άνοιξε με δύναμη  η πόρτα του σαλονιού και βγήκε έξαλλος ο γαμπρός μου, με το μποξεράκι μόνο.  Τον βλέπω να πηγαίνει σφαίρα στην κουζίνα. Από πίσω σηκώνομαι κι εγώ και τρέχω πίσω του να δω τη σκηνή.
Με το που μπαίνει μέσα στην κουζίνα, η μάνα μου αμέσως να πει " Ξύπνησες αγόρι μου;" όπως έλεγε συνήθως, η θεία μου δεν πρόλαβε να πει " Καλημέρα Δημήτρη μου" κι έμεινε κάπου στα μισά. Ο Δημήτρης παίρνει το μπρελόκ, που το είχαν στήσει σε περίοπτη θέση πάνω στο τραπέζι ανάμεσά τους, και το βουτάει μέσα σε ένα ποτήρι νερό, από τα δύο που υπήρχαν στο τραπέζι και που συνόδευαν τον καφέ τους.  Το μπρελοκ για κάποιο λόγο μισοσφύριξε αλλά μπαίνοντας στο νερό , έβγαλε ένα ήχο σα να πνίγεται. Οι δίδυμες έμειναν στήλες άλατος με αυτή την πράξη του Δημήτρη, οποίος απλώς το έκανε και χωρίς να πει απολύτως τίποτα, ξαναγύρισε στο δωμάτιό του ( στο σαλόνι ,δηλαδή, αφού πέρασε όλα τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού... τρένο είπαμε).  Έχει ένα αυθεντικό χιούμορ ο γαμπρός μου...όταν θέλει! Εγώ καθόμουν και κοιτούσα τις δίδυμες που κοιτούσαν το μπρελόκ μέσα στο ποτήρι.

"Γιατί το έκανε αυτό;"  ρώτησε η θεία.  Η μαμά απλώς κούνησε τους ώμους, με μια έκφραση δυσαρέκσειας και απορίας.  "Δεν πάει καλά", συνέχισε η θεία. "Τρελλός είναι;", συνέχισε με την χαρακτιριστική κίνηση του χεριού που κάνουμε  κοντά στο κεφάλι, όταν θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος είναι σαλεμένος. 
"Εχει τα νεύρα του, περνάει δύσκολα στο Ναυτικό", δικαιολόγησε η μαμά τον γαμπρούλη της.
"Αν περνάει δύσκολα στο Ναυτικό ,Ρίτσα, να παει να πνίξει τους ναύτες του, όχι το μπρελόκ μου", ξεσπάθωσε η θεία με θυμό. "Δεν το πήρα τσάμπα.Λεφτά έδωσα. Τώρα πως θα βρίσκω τα κλειδιά μου;", ήρθε ως επιστέγμασμα η " εύλογη" απορία της. 
"Ελα βρε Ρένα μου , μάλλον χαλασμένο θα ήταν, αφού δεν χτύπαγε", απεφάνθη η μαμά.

Εκεί δεν άντεξα και γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου ξεκαρδισμένος στα γέλια. 
Από μέσα η θεία συνέχιζε:

"Και δεν ντράπηκε να βγεί έτσι έξω; Ετσι κυκλοφορεί εδώ μέσα; Να μας δείξει τις τρίχες του και τα μπράτσα του;.Λες και δεν έχουμε εμείς άνδρα. Δεν φτάνει που μένει  εδώ και δεν έχει παντρευτεί ακόμα! Ντροπή του!".

 Η θεία και όχι μόνο αυτή από το σόι , θεωρούσαν τον Δημήτρη σώγαμπρο, που λέμε, και έβγαλε και το θέμα της εκείνη την ώρα...μαζί με ένα άλλο θέμα φυσικά, γιατί ο θείος μου και άντρας της ήταν λίγο αχαμνό!

Σκέφτηκα πως άλλη μια  μέρα μου, είχε ξεκινήσει ευχάριστα! 
Και ξαφνικά ήθελα με όρεξη να πάω σχολείο!

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Η θεία Ρένα!


Η θεία μου η Ρένα, όπως και η δίδυμη αδερφή της, η μητέρα μου δηλαδή,  έχουν μια επίκτητη ελαφριά κώφωση, αποτέλεσμα της φασαριόζικης δουλειάς που έκαναν από μικρές στο εργοστάσιο λευκοσιδηρουργίας που δούλευαν. Αυτό έκανε και τη μία και την άλλη να παρεξηγούν πολλά πράγματα με αποτέλεσμα να προκαλούν το γέλιο σε όλους τους υπόλοιπους.
Κάποτε είχαμε χαθεί με την μητέρα μου και τη  θεία μου την Ρένα, με το αυτοκίνητο  κάπου κοντά στο τρίτο νεκροταφείο. Μικρός εγώ και  στο τιμόνι οδηγούσε ο θείος μου, ο άνδρας της θείας μου , που δεν φημιζόταν και τόσο για τις οδηγητικές του ικανότητες.
Ψάχναμε λοιπόν την οδό  Τραπεζουντίου. Ψάχναμε πολύ ώρα  με αποτέλεσμα να κάνουμε κύκλους γύρω γύρω από το νεκροταφείο.  Περνούσαμε συνέχεια τα ίδια μέρη, τα ίδια αδιέξοδα, τις ίδιες οδούς. Η οδός Τραπεζουντίου πουθενά!
Κάποια στιγμή τους έκοψε ( παρ όλο που τους το έλεγα όλη την ώρα να το κάνουν, αλλά πολύ μικρός εγώ , πού να  με ακούσουν...!) να ρωτήσουν έναν περαστικό, αφού είχε φτάσει περασμένη ώρα, γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα και ψάχναμε από τις 9 περίπου το βράδυ.
 Βρίσκεται κάποτε ένας χριστιανός και τον ρωτάει η θεία μου που είναι η οδός Τραπεζουντίου. Ο άνθρωπος ρώτησε 2-3 φορές τι τον ρωτούσε η θεία μου, προφανώς ήταν ομοιοπαθής όσον αφορούσε στην απώλεια της  ακοής. Κάποια στιγμή αφού η θεία μου φώναζε συνέχεια τη λέξη "Τραπεζουντίου, Τραπεζουντίου" ξανά και ξανά, γυρίζει ο άνθρωπος και ρωτά : "Τί; Τραπεζίου;". Τότε η θεία μου ξεραίνεται στα γέλια. Έπεσε κάτω από τα γέλια, δάκρυσε η γυναίκα. Ο άνθρωπος έκανε μια γκριμάτσα σα να μας έλεγε ότι είμαστε για τα σίδερα και σηκώθηκε και έφυγε, ενώ η θεία μου συνέχιζε να γελά ασταμάτητα. Εμείς δεν καταλαβαίναμε γιατί γελούσε τόσο πολύ πέρα από το γεγονός ότι ο άνθρωπος παράκουσε λίγο και από Τραπεζουντίου άκουσε Τραπεζίου. Τότε η θεία γύρισε με  δάκρυα από τα γέλια και με μια γκριμάτσα και μια χειρονομία που δήλωνε λίγο την απαξίωσή της για τον άνθρωπο λέγοντας: "Ακου Γραφείου!".
Τότε ήταν που  ξεραθήκαμε και όλοι οι υπόλοιποι στα γέλια.
Ομως τώρα αντιλαμβάνομαι ότι  για άλλο λόγο γελούσε ακόμα η θεία, για άλλο βέβαια εγώ, και πιθανόν για άλλον η μητέρα μου που πιθανόν να παράκουσε αυτό που είπε η θεία η οποία παράκουσε αυτό που είπε ο άνθρωπος ο οποίος παράκουσε αυτό που είπε αρχικά η θεία. Και σίγουρα για άλλον λόγο δεν γελούσε και τόσο ο θείος που τον είχε πιάσει κάτι σα νευρικό και τραύλιζε περισσότερο από όσο τραύλιζε κανονικά στη ζωή του ή μάλλον τον έπιασαν τα νεύρα του και έτσι σηκωθήκαμε και φύγαμε. Δεν θυμάμαι καν γιατί ψάχναμε αυτή την οδό βασικά.
Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει ξαφνικά και "κάνω ρόμπα" το σόι μου! Όμως οχι!  Δεν τους κάνω ρόμπα, στην πραγματικότητα δεν θεωρώ ότι τους εκθέτω.. ούτε στο ελάχιστο. Ίσα Ίσα. Ολο το σόι μου ( θείοι, θείες, παπούδες γιαγιάδες ξαδέρφια κλπ) μού έχει χαρίσει ΚΑΙ πολύ πολύ ευτυχισμένες στιγμές ( ίσως περισσότερες από ό,τι άλλες δυσάρεστες), στιγμές γέλιου, διασκέδασης, ικανοποίησης, απόλαυσης κι ένα σωρό άλλες που κάνουν ένα παιδί χαρούμενο και ζωντανό.  Με αποτέλεσμα τώρα να τις αναπολώ αυτές τις στιγμές και να τις νοσταλγώ.
Ίσως να μην σας αγγίζουν καθόλου αυτές οι στιγμές της οικογένειάς μου, να τις θεωρείτε βαρετές και γραφικές και θα έχετε δίκιο , αφού μόνο οι δικές μας ιστορίες είναι σημαντικές, αστείες, χαρούμενες κλπ και όχι των άλλων.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να τις δημοσιοποιώ αφού έτσι μου ήρθε. Δεν θα το έκανα ποτέ με τις δυσάρεστες στιγμές που έχω περάσει. Γιατί δεν θέλω να εκβιάσω κανέναν συναισθηματικά. Το γέλιο και η αποδόμηση είναι ίσως το καλύτερο φάρμακο για την όποια  στεναχώρια για να μην πω δυστυχία και ακουστεί πολύ βαρύγδουπο.
Ναι, έχετε δίκιο κάτι σημαίνει αυτό αλλά δεν είναι τώρα προς ανάλυση! Απλώς θα αφεθώ στην απόλαυση της αξέχαστης  ευτυχισμένης μνήμης και θα τα μοιράζομαι μαζί σας γιατί...γιατί έτσι χωρίς να υπάρχει κάποιος  ιδιαίτερος λόγος.
Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει κι εσείς απαραίτητα να ακολουθείτε και να συνηγορείτε!
Καλό βράδυ!

ΥΓ. Τώρα που το έψαξα, οδός Τραπεζουντίου δεν υπάρχει γύρω από το τρίτο νεκροταφείο. Μόνο στα Λιόσια και τα Εξάρχεια (!)... τουτέστιν ακόμα θα ψάχναμε!

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Τα δώρα της κυρα-Ρίτσας ( thanx mom!)


Η κυρα-Ρίτσα, η μητέρα μου, είναι ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Όχι ,δεν θα πω την ιστορία της ζωής της, παρ όλο που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά μόνο για μας που την έχουμε ακούσει πολλάκις που την ξέρουμε  εν πολλοίς και όχι για τους υπόλοιπους.
    Όταν βγήκε λοιπόν στη σύνταξη η κυρα-Ρίτσα (εργάτρια λευκοσιδηρουργίας) άρχισε ένα χόμπυ που την ικανοποιεί αφάνταστα αλλά φέρνει πάντα σε δύσκολη θέση τους  άλλους. Παίρνει σβάρνα ό,τι παζάρι υπάρχει στην Αθήνα, Ρώσικο, Κινέζικο, Ρομά κλπ και αγοράζει πολύ χρήσιμα πράγματα για κείνη, πολύ άχρηστα δε για αυτούς που τα δωρίζει. Γιατί τα δωρίζει όλα όσα παίρνει. Που σημαίνει ότι κάθε δώρο το παίρνει εις πολλαπλούν . Δωρίζει λοιπόν, ξεκινώντας από την 5η ξαδέρφη του μπαμπά στο χωριό , για να περάσει χαλαρά σε πιο κοντινούς συγγενείς ,φίλους, γείτονες και κουμπάρους, καταλήγοντας ( αν και είναι μάλλον η πρώτη προτεραιότητά της) στην μεγαλύτερη αδερφή μου ,  στον μικρότερο αδερφό μου και φυσικά σε μένα.
   'Ετσι κάθε φορά που πάω στο Αιγάλεω στο πατρικό μου, εκτός του ότι μου μαγειρεύει την Άρτα και τα Γιάννενα, λες και δεν έχω να φάω σπίτι μου ( εντάξει μερικές φορές δεν έχω), μού δίνει κι ένα δώρο, τελευταίο απόκτημα από την πιο πρόσφατη (της ακριβώς προηγούμενης για να μην πω της ίδιας μέρας) επίσκεψή της σε κάποιο παζάρι.
    Τα περισσότερα είναι διάφορες εικόνες, χριστιανικού περιεχομένου, γιατί είναι και πολύ θρήσκα η κυρα Ρίτσα. Eικόνες με την Παναγία απαστράπτουσα, με τον Χριστό που αν τον κοιτάξεις απο τη μια μεριά γελάει και από την άλλη κλαίει, τον Αγιο Γεώργιο να κινείται κατά πάνω στο δράκο με μένος και σπινιάρει απότομα μόλις τον συναντά, εικόνες που αν περάσεις από μπροστά τους, με την κίνηση ενεργοποιείται κάτι και αρχίζουν ψαλμωδίες (spooky),   κάτι μινιατούρες εικόνες τάχα μου σκαλισμένες σε βράχο ( από πλαστικογυαλί) που με ένα ( κρυφό) διακοπτάκι γίνονται  tiny winy πορτατιφ και φωτίζει όταν ξυπνήσεις το βράδυ να πας τουαλέτα (ωραίο;) ,  ημερολόγια με διάφορες εικόνες αγίων, κατασκευασμένα μάλλον στην  Κίνα γιατί μετά τον μήνα Απρίλιο ήταν ο μήνας Μάϊους.
  Δώρα προορισμένα και για μένα που τα περισσότερα από αυτά του θρησκευτικού περιεχομένου,  πηγαίνουν κατευθείαν (αν δεν τα έχω δώσει σε κάποιον πολύ δικό μου άνθρωπο και φίλο...έτσι για να γελάσουμε καλοπροαίρετα και να το κρατήσει φυσικά) σε μια θρήσκα γυναίκα από τη Ρωσία που ξέρω και που χαίρεται πάρα πολύ όταν της τα δίνω καθώς τα φιλάει με πάθος και σταυροκοπιέται σχεδόν υστερικά, δίνοντάς μου ευχές στα Ρώσικα που δεν καταλαβαίνω.
   Αλλά και άλλα δώρα παίρνει η κυρά Ρίτσα...χρηστικά: ψαλίδια για τα λαχανικά, τρίφτες για το λάχανο-καρότο- κρεμμύδι (in one),



κάτι περίεργα σκουπάκια για τα χαλιά σε διάφορα σχήματα κυρίως ζωάκια όπως αυτό εδώ σε σχήμα πασχαλίτσας ( και ναι το έχω χρησιμοποιήσει!)

 


    Επίσης  παίρνει εποχιακά είδη, χριστουγεννιάτικους (ηλεκτρικούς πάντα) αγγέλους με κάτι φτερά που λάμπουν και σε υπνωτίζουν ( ο τελευταίος που μου έφερε τα περασμένα Χριστούγεννα της έπεσε κάτω και της έσπασε λίγο το κεφάλι και του έβαλε τσιρότο για να μη φαίνεται και το θεώρησε και πολύ φυσικό), μικρά χριστουγεννιάτικα δέντρα με φωτιστικές ίνες που αλλάζουν χρώματα, κάτι πασχαλινά κοτοπουλάκια  όπως επίσης και   αποκριάτικες μουτσούνες.
   Την μεγάλη γκάμα των δώρων διανθίζουν   παντόφλες, σεντόνια, πετσέτες τραπεζομάντηλα για τα καλά τραπέζια που θα κάνω (άσχετα αν δεν έχω κάνει ποτέ...αυτό δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία για τη μαμά, υποστηρίζει πως δεν μπορεί, κάποτε θα κάνω!) και υποσέντονα κρεββατιών ( -μα μαμά δεν κατουριέμαι πάνω μου..ποτέ δεν κατουριόμουν. -Παρτο είναι βρώμικα τα στρώματα, θες  να πάθεις καμιά χολέρα;)... αντράνταχτο επιχείρημα κατά τη μαμά.
    Δώρα αμφιβόλου ποιότητας όλα φυσικά, όπως και τα πολλά πολλά κουβερλί , για τον καναπέ, για το κρεββάτι για τις πολυθρόνες , για όπου μπορείς να φανταστείς και για κάθε περίσταση, γάμου, αρραβώνα, γιορτής και σχόλης.  Σε διάφορα σχέδια (τρίγωνα, τετράγωνα, μακρόστενα κλπ), με κάτι τεράστια λουλούδια ή με κάτι πρόσωπα μοιραίων γυναικών, να τις παίρνει ο αέρας τα μαλλιά ή να δακρύζουν,  με δαντέλες και κρόσια, ωραιότατα και πολύ μοντέρνα κατα αυτήν , "να έρθει κάποιος, να τα καμαρώνει και να τα ζηλεύει. Και να μην τους πεις ποιος σου τα πήρε και  έρθουν  και μου ζητάνε να τους πάρω. Γιατί τα βρήκα φτηνά αλλά φαίνονται πανάκριβα! Θα λένε που βρίσκει τόσα λεφτά αυτή! " λεγόμενα της μαμάς πάντα. Παίρνει και σεμεδάκια ,σεμεδάκια, σεμεδάκια παντού, για την τηλεόραση, για τα τραπεζάκια,  για το μπάνιο , την κρεββατοκάμαρα, μέχρι για το  laptop μου πήρε σεμεδάκι σε διάφορα περίτεχνα σχέδια και χρώματα (που σχεδόν σε ζαλίζουν).
    Δεν θα αναφερθώ στα αρώματα, πατσουλιά  και διάφορα καλλυντικά σε υγρή ή κρεμώδη κατάσταση, σαμπουάν, αφρόλουτρα κλπ όπως και "αυθεντικότατα " γνωστά αρώματα "μάρκας" , που τα βρίσκει στην κανονική τους τιμή στα παζάρια (λιγότερο απο 5 ευρώ το ένα), λέγοντάς μου πόσο βλάκας είμαι  που κάθομαι να με κοροϊδεύουν "οι έξυπνοι" στα μαγαζιά που πάω για να  τα αγοράζω πανάκριβα χωρίς να σκέφτομαι την κρίση!
    Κι εγώ τα παίρνω όλα τα δώρα και τα περισσότερα τα στοιβάζω μέσα στην ντουλάπα, αυτά δεν τα δίνω πουθενά, όχι γιατι θέλω να τα βάλω κάπου ( στο σπίτι ή πάνω μου γιατί τα δώρα περιέχουν και ρούχα φυσικά ή αξεσουάρ για τη μηχανή μου), όμως σκέφτομαι  λεφτά έδωσε η καψερή, όλη τη σύνταξή της εκεί τη χαλάει. Γιατί να τα δωρίσω σε άλλον; Τελος πάντων. Μακρυγόρησα για να σας δείξω λοιπόν το δώρο που μου πήρε και μου το έδωσε σήμερα.


    Ενα ωραιότατο αντικουνουπικό ρεύματος που πέφτουν πάνω τα κουνούπια και τζιζ τζιζ αποδημούν εις Κύριον των Κουνουπιών. Μου είχε πάρει φυσικά πέρσι κι ένα  άλλο σε σχήμα αυγοειδούς κοτόπουλου, αρκετά μεγάλο και κίτρινο, αλλά χάλασε με το που το έβαλα στην πρίζα και το ξεχάσαμε! Με αυτά τα ηλεκτρικά αντικουνουπικά εκτός του ότι σκιάζομαι κάθε φορά που πέφτει ένα κουνούπι πάνω και θέλω να το σώσω και το διώχνω τελικά για να φύγει και χαίρομαι που το σώνω, σκέφτομαι πόσα κουνούπια μπορεί να σκοτώσει αυτό το μαραφετάκι;  Άγνωστο. Είναι λεει και για εξωτερικούς χώρους. Μα αν το βάλω έξω στο εξοχικό μου, θα πήξει σε ένα λεπτό με τόσα κουνούπια που κυκλοφορούν.
    Ομως το πήρα κι αυτό το δώρο όπως όλα τα άλλα με έκδηλη χαρά και ευχαρίστηση ( γιατί αλλιώς θα το καταλάβει η κυρα-Ρίτσα και θα με ρωτάει αν μ΄αρέσει και γιατι δεν μ αρέσει και δεν έχω γούστο κλπ κλπ) και θα το βάλω στο εξοχικό (όπως έχω κοτσάρει κι άλλα πραγματα που μου έχει δώσει γύρω γύρω στο σπίτι, μαζί με τον ημερολόγιο με το μηνα Μάϊους) να το δει η κυρα Ρίτσα όταν θα έρθει με τον κυρ Βασίλη να κάνουν κανα μπάνιο στο γιόκα τους, να χαρεί ότι όσα παίρνει τα χρησιμοποιούμε κι έτσι να συνεχίζει να παίρνει κι άλλα!
Thanx mom! Give me more, I love them all!

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το κόκκινο κουμπί



Ερχεται κάποια στιγμή που ξαφνικά μπροστά σου εμφανίζεται ένα κουμπί, έτσι από το πουθενά. Σα να γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή ή σα να υπήρχε εκεί από πάντα και δεν το έβλεπες ή μάλλον δεν του έδινες σημασία, σα να ήταν άχρηστο!
Ένα κόκκινο , λαμπερό, κουμπί, έντονο σαν  αίμα. Ζωντανό. Να πάλλεται, όπως η καρδιά που θέλει να πεθάνει αλλά η ζωή δεν την αφήνει.
Κοιτάζεστε, στέκεστε για λίγο αντιμέτωποι.  Σα να είναι εχθρός σου. Το αναγνωρίζεις. Εχετε ξανασυναντηθεί, κάπου παλιά στο παρελθόν. Ξέρεις τι θα γίνει αν το πατήσεις. Το ξέρεις και διστάζεις. Αυτό όμως πάλλεται όλο και πιο γρήγορα σα να ψυχοραγά. Ξέρεις πως αν το πατήσεις δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Το έχεις ξαναζήσει. Το έχεις ξανανιώσει!
Η ανάσα σου γίνεται πιο γρήγορη, σαν να θέλει να φύγει όλη από τα πνευμόνια σου, να στραγγίξεις από οξυγόνο και άζωτο γιατί θυμάσαι.... ναι είναι αυτό το κουμπί που πάτησες μικρός κι έμαθες ότι δεν υπάρχει Αγιος Βασίλης!
 Και ηρεμείς. Ξέρεις. Κι αυτό σε καλεί. Και ξέρεις. Και διστάζεις. Θέλεις να το πατήσεις. Και ξέρεις και διστάζεις. Και ξέρεις ότι θα το πατήσεις τελικά γιατί σου τέλειωσαν  αυτά τα μικρά παραμύθια και θέλεις το δικό σου, το μεγάλο, το καλύτερο παραμύθι.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ  ΗΤΑΝ  ΓΙΑ  ΣΕΝΑ   ΠΑΝΤΑ  ΤΟ  ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ.
Κοιτάς το κουμπί, είναι φίλος σου, πάντα ήταν, απλά έρχεται  τη στιγμή που πρέπει να έρθει ,όπως κάνουν όλοι οι καλοί φίλοι. Του χαμογελάς.  Είναι φίλος σου. Απλώνεις αργά το χέρι σου,  σα να θέλεις να  το χαϊδέψεις. Το ακουμπάς απαλά και σχεδόν θρηνείς. Κλείνεις τα μάτια και χαμογελάς.
Ξαφνικά το πατάς με όση δύναμη έχεις μέσα σου!
Καλημέρα!

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Υπόθεση εργασίας, λίγο δυσάρεστη,λίγο μπερδεμένη, πιθανόν και άτοπη!

Τα  ανάπηρα παιδάκια   ή αυτά με ειδικές ικανότητες    και οι  ανήμποροι ηλικιωμένοι, χρησιμοποιούνται και εκμεταλλεύονται  από αρκετούς επιτήδειους, που προσλήφθηκαν για να τους προσέχουν, για ποικίλους λόγους,  εξαιρετικά ανέντιμους. Τους χρησιμοποιούν για παράδειγμα ως αφορμή ή ως άλλοθι  για να πιάσουν κουβέντα με κάποιον που είδαν στην παραλία και γουστάρουν να συνευρεθούν ερωτικά μαζί τους ( έστω για μια φορά),  για να τους δώσουν προτεραιότητα σε κάποια σειρά (ξεγελώντας και κοροϊδεύοντας τους υπόλοιπους που περιμένουν υπομονετικά και τους παραχωρούν τη σειρά τους) και γενικά να τους δώσει κάποιος προσοχή αφού από μόνοι τους δεν μπορούν ή δεν είναι ικανοί να την έχουν.
    Έτσι κι αλλιώς τους έχουν  προσλάβει τυπικά και νόμιμα γι αυτή τη δουλειά και δεν τρέφουν κανένα συναίσθημα για αυτόν που προσέχουν αφού ενδιαφέρονται μόνο για τα λεφτά που κερδίζουν! Και οι άμεσα οικείοι και συγγενείς δεν μπορούσαν να ασχοληθούν και πιθανόν να θεραπεύσουν ή να προσαρμόσουν κοινωνικά τους "πάσχοντες", δεν άντεχαν την ταλαιπωρία, την μεγάλη ευθύνη ή για χίλιους άλλους λόγους. Κυρίως γιατί έχουν με άλλα πράγματα να ασχοληθούν που αφορούν περισσότερο τον εαυτό τους , την προσωπική τους διασκέδαση αλλά και εξέλιξη. ( Εδώ δεν αναφέρεται η εκδοχή να φροντίζουν μόνοι οι οκείοι και οι συγγνείς τούς ανήμπορους, με αυταπάρνηση αναλαμβάνοντας όλες τις ευθύνες αλλά και τις συνέπειες αυτής τους της επιλογής, είναι το θέμα μιας άλλης υπόθεσης εργασίας και δεν αφορά αυτή τη στιγμή)
    Καταθέτω, λοιπον, τον προβληματισμό μου : Ας υποθέσουμε ότι  αυτός ο επιτήδειος υπάλληλος προβαίνει σε μια ανάρμοστη ή ακραία πράξη με σκοπό να βλάψει (ως και μέχρι θανάτου) αυτόν που υποτίθεται ότι προστατεύει.
     Σίγουρα θα είχε τους λόγους του: Τον πρόσταξε κάποια φωνή μέσα του, τον πρόσταξε η κρυφή συτεχνία ενός άλλου πλανήτη  της οποίας τα συμφέροντα εξυπηρετεί, επειδή νευρίασε στιγμιαία, δεν του απέφερε το θύμα τα προσδοκόμενα  οφέλη πια, ήθελε να του πάρει όλα τα πράγματα αξίας που ήταν κρυμμένα στο σπίτι και να κάνει τη ζωή του, να ξελαφρώσει τάχα τους οικείους από στεναχώριες βάσανα και έξοδα , είναι κατά της προστασίας και θεραπείας ανήμπορων φαινομενικά ατόμων, αρα στον Καιάδα! Μπορεί και από απροσεξία, από κακή εκτίμηση καταστάσεων και έλειψη ικανοτήτων για το σωστό χειρισμό τους!
    Φυσικά και οι υπόλοιποι θα λυπηθούμε το θύμα , θα το συμπονέσουμε, θα οργιστούμε και θα αγανακτήσουμε, ανάλογα με το πόσο γνωρίζαμε το θύμα και τη σχέση που είχαμε μαζί του,  λιγότερο πάντως από τους άμεσα οικείους του και συγγενείς του.
    Θα αρχίσουμε τα απολύτως φυσικά εν είδη επικηδείου: "Τον καημένο! Δεν του άξιζε τέτοιο τέλος! Δεν τον λυπήθηκε έτσι ανήμπορος που ήταν! Το γουρούνι θέλει κρέμασμα κλπ κλπ"  Και φυσικά θα εξάρουμε ή θα εξωραΐσουμε εν γένει το θύμα ( μια ζωγραφιά ήταν, πολύ καλός άνθρωπος, έλεγε ωραίες ιστορίες για τα παλιά, κάποτε έπαιζε ωραία μουσική, μεγάλος καλλιτέχνης, γλυκιά παρεούλα ήταν, ότι και να ήταν μια ζωούλα ήταν κλπ)  ξεχνώντας πιθανόν την ανημποριά του και το πόσο ταλαιπωρούσε τους οικείους του. ( Αν και μερικοί θα ψιθυρίσουν χωρίς να ακουστούν οτι : "Ξεκουράστηκε τουλάχιστον ο καψερός γιατί ταλαιπωριόταν και θα ξεκουραστούν και οι υπόλοιποι που τόσο βασανίζονταν...που σημαίνει ότι χωρίς να το καταλάβουν δικαιώνουν την πράξη του θύτη. Το ενοχικό εδώ αυξάνεται κατακόρυφα γι αυτό και αποκρύπτεται!) Κυρίως θα εστιαστούμε στο συναισθηματικό δέσιμο θύματος και συγγενών-οικείων και το πόσο  θα υποφέρουν οι γύρω του από την έλειψη αυτής της συναισθηματικής  ένωσης και ανάγκης.
   Το ίδιο θα κάνουν και οι συγγενείς του θύματος που θα στραφούν με μένος εναντίον του θύτη, με όλη τη συναισθηματική φόρτιση , έξαρση κλπ.  Δεν θα αναφερθεί όμως το θέμα της σύνταξης που πιθανόν  έπαιρνε το θύμα και που  ίσως βοηθούσε έτσι  τους οικείους και συγγενείς του,  για τους οποίους θα ήταν φυσικά υπολογίσιμο έσοδο όπως έχουν αποδείξει οι ψευδείς δηλώσεις στα ασφαλιστικά ταμεία για αποθανόντες ασφαλισμένους " που ακόμα  ζούσαν" για πολλά πολλά χρόνια. Ισως αυτό το θέμα το αναφέρουν κάποιοι "κακοπροαίρετοι και αχρείοι άνθρωποι που δεν συναισθάνονται τις ανθρώπινες ανάγκες και τον πόνο που βιώνουν οι εναπομείναντες από τον χαμό του θύματος"!
     Ο θύτης όμως σίγουρα θα γνωρίσει την κατακραυγή του κόσμου. Και πολύ σωστά!
    Αν εξαιρέσουμε την εύλογη αντίδραση : "Μα καλά δεν τον είδαν τι ήταν και τον προσέλαβαν; Δεν το έψαξαν πριν τον προσλάβουν; Καλά δεν ήξεραν...δεν ρώτησαν; κλπ,"   με τι θα ασχοληθούμε  ουσιαστικά; Με το θύμα ( που θα ξεχαστεί σε λίγο καιρό); ή με τον θύτη και την πράξη του;  Θα δικάσουν και θα τιμωρήσουν οι δικαστές τον θύτη  λαμβάνοντας   υπ όψιν περισσότερο το θύμα ( που και σαφώς η ανημποριά του θα συνυπολογιστεί στην τελική ετυμηγορία)  ή αυτή καθ εαυτή την αποτρόπαια πράξη;

Μπορεί να ήταν ένα κακό παράδειγμα και αρκετά μπερδεμένο αλλά όποιος κατάλαβε κατάλαβε!

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ...να ζήσουμε να τη θυμόμαστε!



Δεν θα πω ό,τι έχει ήδη ειπωθεί, για κλεισίματα, χούντες, επαναστάσεις, την οργή, νομοθετικά πλαίσια, κυρώσεις, για χαραμοφάηδες, για αμαρτωλά κανάλια κλπ κλπ.
Εχουν εξαντληθεί όλα αυτά τόσες μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ο καθένας έχει πει το μακρύ και το κοντό του. Εχει κάνει πλάκα, έχει αναρτήσει μανιφέστα , έχει θυμώσει με άλλους που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ο,τι δηλαδή, συμβαίνει πάντα και θα συμβαίνει πάντα μέσα σε αυτη την κοινωνία που εμείς επιτρέψαμε να εξελιχθεί έτσι, μέσα σε αυτό το πολιτικό σύστημα που ακόμα στηρίζεται με τη δική μας υποστήριξη. 
      Οχι, δεν θα πω τα ίδια και νομίζω ότι δεν θα προσθέσω και κάτι καινούριο. Ποιος θα με ακούσει εξ άλλου; Η πολιτική ηγεσία; Αυτή δεν ακούει χρόνια τώρα την κραυγή απελπισίας ενός ολόκληρου λαού;  θα ακούσει εμένα;  Ποιος θα με ακούσει; Οι συμπολίτες μου; που σε λίγες μέρες θα τους περάσει όλος αυτός ο οίστρος (όπως με τους αγανακτισμένους) και θα γυρίσουν στα σπίτια τους με την ουρά στα σκέλια που για μια ακόμα φορά δεν μπόρεσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων; Κανείς δεν θα με ακούσει γιατί για όλους είμαι ο επαναστάτης της πολυθρόνας και του διαδικτύου, κι εγώ δεν θα κάνω τίποτα για να ανατρέψω αυτή την εικόνα γιατί στην τελική μπορεί και να είμαι. Αλλά δεν θα λογοδοτήσω σε κανέναν γι αυτό!
      Δεν θέλω να κατηγορήσω κανέναν, ουτε τους μεν ούτε τους δε, αυτοί θα τα βρουν κάποια στιγμή, κάποιους θα προσλάβουν στο νέο κανάλι (όπως και να ονομάζεται) Θα τρέξουν κάποιοι άλλοι να προσληφθούν, άντε πάλι θα μπουν τα "μέσα" για την ποθούμενη προσληψη, όλα θα ξεχαστούν και φτου και πάλι από την αρχή!
    Γνωστά όλα αυτά, όλα επαναλαμβάνονται , " όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν".
    Εγώ θα μείνω μόνο με την ανάμνηση  άλλης μιας αποτυχημένης εξέργεσης, όπως και τώρα μένω με την ανάμνηση των καναλιών που γνώρισα στα παιδικά μου χρόνια και το κλείσιμο της ΕΡΤ έβαλε αλλη μια πέτρα στην ταφόπλακα της εναπομείνασας παιδικότητά μου.

   Πάντα θα θυμάμαι την πρώτη τηλεόραση που είχαμε ,LOEWE OPTA ήταν, ασπρόμαυρη φυσικά, και ήταν η μοναδική στην γειτονιά κάπου στο Αιγάλεω, σε γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες από την Σμύρνη  και τον Πόντο. 
    Θυμάμαι που έρχονταν όλοι για να δουν τον Αγνωστο πόλεμο, και την αγωνία που είχαν κάθε φορά για την εξέλιξη και πόσο στεναχωρημένοι έφευγαν όταν τελείωνε. 
Θυμάμαι πόσο φοβόμουν στον "Ανθρωπο δίχως πρόσωπο" και κοιτούσα μέσα από τα δάκτυλά μου ό,τι συνέβαινε. Πόσο άβολα ένιωθα που τα έβλεπα όλα αυτά στην αγκαλιά της γιαγιάς μου επειδή με κρατούσε βάζοντας τα χέρια της πάνω στα αχαμνά μου για να μην πέσω καθώς καθόμουν με την πλάτη προς αυτήν. Και συνέχεια κουνιόμουν για να τα τραβήξει θεωρώντας το ντροπή κι αυτή μου φώναζε να κάτσω ήρεμος. 
      Ετρεχα κάποια απογεύματα και φώναζα στη γιαγιά μου " Γιαγιά έλα, ο Αλκης Στέας", σε μια εκπομπή που παρουσίαζε τότε. 
    Την αγωνία που είχα να φτάσει 6 το απόγευμα για να ανοίξουμε την τηλεόραση και να δω το "Μικρό σπίτι στο λειβάδι" και στεναχωριόμουν όποτε το έχανα επειδή πήγαινα μερικές μέρες απόγευμα στο σχολείο. 
      Πόσο θύμωνα όταν έχανα την έναρξη από το μεσημέρι τα Σάββατα επειδή πάλι πήγαινα σχολείο κάποια μεσημέρια (ναι, τότε πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα) και μου άρεσαν κάτι ταινίες με μαριονέτες αντί για ηθοποιούς που ανοιγόκλειναν πολύ φρικιαστικά το στόμα τους αλλά χανόμουν μέσα σε αυτές τις ταινίες που διαδραματίζονταν στο διάστημα κυρίως.
    Τρόμαζα με το "Χαμένοι στο διάστημα" και τα αστεία εφφέ που τώρα θυμάμαι και γελάω.
   Πήγαινα και πείραζα την αδερφή μου για να την τσιγκλίσω και να φωνάζει όπως έκανε ο Κλούβιος στην Σουβλίτσα  και μετά τρέχαμε και οι δύο στον παπού μου θεωρώντας ότι είναι ο Μπαρμπα-Μυτούσης. 
   Θυμάμαι  κάτι σειρές τρόμου με δραματοποιημένο ολον τον Ενγκαρ Αλαν Ποε και φοβόμουν να σηκωθώ να κλείσω την τηλεόραση  από το κρεββάτι μου που έβλεπα σκεπασμένος μέχρι τη μύτη για να είμαι έτοιμος να κουκουλωθώ αν έδειχνε κάτι τρομακτικό.
   Το γέλιο και το κλάμα που ρίχναμε με το Θέατρο της Δευτέρας. Τι καταλάβαινα και έβλεπα μικρό παιδί το "Τριαντάφυλλο στο στήθος", "Ανθρωποι και ποντίκια", "Το κιόσκι" (απίστευτη κωμωδία με τον Γιώργο Κωνσταντίνου), "Το φιόρο του Λεβάντε"  κι ένα σωρό άλλα έργα και όλα με σημαντικότατους ηθοποιούς. (Πόσο τυχερός νιώθω τώρα!)
   Και ύστερα άλλες σειρές , "Η Γαλήνη", (κλάμα μέχρι λυγμών όταν πνίγηκε αυτή που έκανε τη γυναίκα του Φούντα και που δεν θυμάμαι το όνομά της) "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" ( που φοβόμουν να βλέπω τον Μανωλιό όταν είχε πάθει λέπρα), " Ο ονειροπαρμένος" με τον Βουτσά,  αργότερα  " Οι Πανθέοι" που βρίζαμε όλοι τη Μάρμω και τον Κίτσο που ζούσαν τον παράνομο έρωτά τους,  "Το λεμονόδασος", " Ο συμβολαιογράφος" ( που τότε η Ντενίση ήταν εξαίτετη...τί στράβωσε στην πορεία;)  "Η κραυγή των Λύκων"  "Η αστροφεγγιά" , "Ο Κήπος με τ' αγάλματα" "Ο θυσαυρός της Βαγίας", "Το καπλάνι της βιτρίνας", "Η βιονική γυναίκα", "Dallas" "Δυναστεία" κλπ.
   Ακόμα λέμε μεταξύ μας πόσο κόσμο έσωσε την ημέρα του σεισμού το 1981  η σειρά "Με το φως του αυγερινού" και τον θρυλικό Λουκή που έπαιζε ο Αλμπέρτο Εσκενάζι.
  Και κάτι βράδια που έδειχνε ταινίες μικρού μήκους που είχαν βραβευτεί στο φεστιβάλ και σε μια απο αυτές υπήρχε μια σοκαριστική σκηνή με κάποιον νεκρό σε κάποια παραλία που σηκωνόταν όρθιος (;) και την διέκοψαν και βγήκαν και είπαν ότι ήταν ακατάλληλη για την τηλεόραση και ότι πολλοί γονείς είχαν διαμαρτυρηθεί.
   'Ολες αυτές οι ενημερωτικές εκπομπές με την Αλίκη Νικολαϊδου με την αστεία φωνή και χτένισμα που "μας μάθαινε" Ιστορία,  "η Συγχρονη Ευα", γυναικεία εκπομπή  με την Ελλη Ευαγγελίδου, που έβλεπε η Γιαγιά ( γιατί η μαμά δούλευε και ήταν κουρασμένη όταν ερχόταν και δεν έβλεπε). Το "Κάθε μεσημέρι" με τον Νάσο Αθανασίου αρχικά και μετά με τον Μιχάλη Ρούσσο ( θυμάμαι ακόμα την Αρλέτα που είχε βγεί με την κιθάρα της και τραγουδούσε ζωντανά το "Μια φορά θυμάμαι". 
   Διασκεδάζαμε με το "Αλάτι και πιπέρι" του Φρέντυ Γερμανού, με το "Γράμματα και αριθμοί", και αργότερα με "Τα τετράγωνα των Αστέρων", τη "Να, η ευκαιρία" , Το "Παρασκήνιο"  κι ένα σωρό άλλες.
   Πόσο θυμώναμε και ο πατέρας μου συνήθως έβριζε ( με πολύ ευφάνταστες βρισιές είναι αλήθεια ...οικοδόμος ο άνθρωπος) όταν έπεφτε η κάρτα : Συγγνώμη Διακοπή ή έκανε η τηλεόραση "νερά". Και έβγαιναν αυτές οι  τηλεπαρουσίαστριες  ( που για μένα ήταν πολύ αστείες φιγούρες) για να μας ενημερώσουν για τη συνέχεια και το υπόλοιπο πρόγραμμα.
   Στιγμές " μαύρες" που περίεργο αλλά ακόμα θυμάμαι μετά το Πολυτεχνείο και την εκπομπή με τον Νίκο Μαστοράκη που είχε καλέσει μερικούς φοιτητές που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο για να μιλήσουν και ότι μετά το τέλος της εκπομπής είπαν ότι τους βασάνισαν μέχρι λιποθυμίας. 
    Την άφιξη του Καραμανλή που όλοι έλεγαν ότι θα μας σώσει και εγώ νόμιζα ότι θα μας μοιράσει καραμέλες γι' αυτό θα σωθούμε...

       Και από την άλλη το ράδιο... "Η θεία Λένα" ,  "Το σπίτι των ανέμων"( που δεν θα φανταζόμουν πότε ότι θα γινόμουν φίλος αργότερα...πολύ αργότερα με την καλή μου φίλη ( θέλω να πιστεύω) Ελένη Μαβίλη που το έγραφε αν δεν κάνω λάθος και να με συγχωρεί αν κάνω, έτσι κι αλλιώς είναι σημαντικός άνθρωπος στην τέχνη μας και είναι τιμή μου που την ξέρω) κι ένα σωρό άλλα θεατρικά έργα που άκουγε πάλι η γιαγιά ( η οποία είχε βγάλει μόνο την πρώτη Δημοτικού παρακαλώ αλλά διάβαζε μετα μανίας την "Καλύβα του Μπαρμπα Θωμά" γύρω στον έναν χρόνο και μου έλεγε πως όταν μεγαλώσω λίγο να τη διαβάσω κι εγώ, αλλά εγώ τη διάβαζα κρυφά όταν την έπαιρνε ο ύπνος με το βιβλίο στα χέρια και της έπεφτε...η μικρή Τόψη...πόσο την είχα αγαπήσει!) 
   Εκπομπές που έκαναν οι δισκογραφικές εταιρίες για τα νέα τραγούδια σε βινύλιο. Με την χαρακτηριστική προτροπή "Ακούστε κι αυτό!" και η αδερφή μου τραγουδούσε μπροστά στο ράδιο γιατί  είχε ωραία φωνή, όπως έλεγαν όλοι, ενώ εγώ αγριοφωνάρα...όπως έχω και τώρα! Το "Εδώ Λιλιπούπολη" στο τρίτο πρόγραμμα και αργότερα όλες αυτές οι εκπομπές στις 12 το βράδυ από το δεύτερο πρόγραμμα με την Μαριτίνα Πάσσαρη, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, την Αννα Παναγιωτοπούλου, την Αννυ Βιντσέντζου και που τις άκουγα σε ένα μικρό ραδιοφωνάκι κάτω από το μαξιλάρι μου γιατί ο πατέρας μου τσαντιζόταν επειδή ήθελε να κοιμηθεί που θα ξυπνούσε στις 5 το άλλο πρωι και δεν  μπορούσε, έλεγε ,να ακούει φασαρία...φασαρία ήταν για τον μπαμπά το ράδιο στις 12 τη νύχτα. Και ερχόταν τα ξημερώματα και μου το έκλεινε δίνοντάς μου και μια σφαλιάρα επειδή ακουγόταν " Χρουτσ Χρουτσ" μετά το τέλος του προγράμματος. Οπως το ίδιο συνέβαινε και με την τηλεόραση που έδειχνε " χιόνια" μετά το τέλος του προγράμματος και τον θρυλικό εθνικό ύμνο και την σημαία που κυμάτιζε και εμένα να με είχε πάρει ο ύπνος ή  επειδή βαριόμουν να σηκωθώ από το κρεββάτι.
   Τα θλιβερά απογεύματα της Κυριακής που ο πατέρας μου άκουγε ποδόσφαιρο και η μητέρα μου σιδέρωνε και εγώ με την αδερφή μου έπρεπε να κάνουμε τα μαθήματα της Δευτέρας. Εκεί μου 'ρχόταν να το σπάσω το ράδιο αλλά το άφηνα γιατί ήξερα πως μετά θα έπαιζε τις δικές μου εκπομπές!

   Η ΥΕΝΕΔ και η ΕΙΡΤ, το δεύτερο και το τρίτο πρόγραμμα ήταν όλη η παιδική μου ηλικία που μετά ενηλικιώθηκε και ξιπάστηκε με τα ιδιωτικά κανάλια και τους trendy ραδιοφωνικούς σταθμούς και δεν τους επισκεπτόμουν συχνά, ήταν εκεί όμως και τους αναζητούσα μερικές φορές όταν κουρασμένος στο τέλος της ημέρας βαριόμουν όλα τα άλλα και έβαζα για να δω ΕΤ1 και ΝΕΤ με κάτι εκπομπές όπως το "Σαν σήμερα" λέγεται; Δεν θυμάμαι. Αλλά έδειχνε όλα τα σημαντικά γεγονότα που έγιναν στο παρελθόν την ίδια μέρα που παιζόταν η εκπομπή.  Και ενώ έιχαμε περάσει πολλά χρόνια στην έγχρωμη τηλεόραση κάθε φορά που έβαζα ΕΡΤ είχε πάντα μια γοητεία ασπρόμαυρου. Με ξεκούραζε και με γαλήνευε είναι αλήθεια, όπως και στο ραδιόφωνο. Πάντα έβαζα δεύτερο πρόγραμμα ή τρίτο όταν οδηγούσα κυρίως σε μεγάλες αποστάσεις γιατί ήταν το μόνο αξιόπιστο ότι δεν θα χαθεί ποτε από τη συχνότητα.
    Τώρα που το καλοσκέφτομαι τα Εθνικά κανάλια λειτουργούσαν σαν τους γονείς μου... με μεγάλωσαν, με ανάθρεψαν, μετά έφυγα απομακρύνθηκα αλλά πάντα γυρνάω σε αυτούς με το αίσθημα της ασφάλειας και της σιγουριάς. Κι όπως όταν "Φεύγουν" οι γονείς και νιώθεις ότι μαζί τους φεύγει όλη η παιδική σου ηλικία( είτε είναι φυσικός θάνατος είτε βίαιος ...τι σημασία έχει;) έτσι και τώρα νιώθω με την ΕΡΤ ότι πέθανε όλη η παιδική μου ηλικία μαζί της. 
Και ξέρω ότι θα περάσω από όλα τα στάδια του πένθους:  ΑΡΝΗΣΗ, ΘΥΜΟ, ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ , ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ και ΑΠΟΔΟΧΗ. 
Αυτό θα κάνουμε όλοι μας. Είναι η φυσική εξέλιξη και διαδικασία. 
Και θα μείνει μόνο μια ανάμνηση και μια νοσταλγία για αυτές τις μέρες που μόνο εγώ , οι παλαιότεροι και μερικοί συνομήλικοί μου θα θυμούνται, που με τον καιρό θα ξεθωριάσουν περισσότερο, όλο και περισσότερο και θα τις αναζητάμε μόνο σε μουσειακές εκθέσεις αναπολώντας "περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις"
Να ζήσουμε να τη θυμόμαστε φίλοι μου!

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Δεν είναι και θέσφατο...

Υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στη μόρφωση και την καλλιέργεια. Η μόρφωση μπορεί να είναι μια αναγκαστική επιλογή λόγω κοινωνικών συμβάσεων ή απαιτήσεων. Μπορείς να την πάρεις με σχετική ευκολία από συγκεκριμένα μέρη και συγκεκριμένους ανθρώπους που ευαγγελίζονται την (με χρηματικό αντίτιμο ή όχι) προσφορά της. Για την πιστοποίησή της θα αποκτήσεις ένα χαρτί και θα ενταχθείς στη μεγάλη μάζα των (καλά ίσως) εκπαιδευμένων  αλλά  (πιθανόν) απαίδευτων ανθρώπων.  Η καλλιέργεια όμως είναι προσωπική επιλογή, υπάρχει παντού και συλλέγεται μέρα με τη μέρα, αρκεί να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοικτά να εκμεταλλεύεσαι κάθε ευκαιρία για την προσωπική σου εξέλιξη, να μαθαίνεις από ό,τι και όποιον βρεθεί στο διάβα σου , είτε στο δρόμο, είτε στο πεζοδρόμιο, είτε στ΄ αλώνια , είτε στα σαλόνια. Μην περιμένεις να  σε ανταμείψει κανείς, να σε επαινέσει, να σου δώσει τα εύσημα, δεν θα πάρεις κάποιο χαρτί, κάποια επιβεβαίωση, αλλά μέσω των εμπειριών τις οποίες θα αποκτήσεις (που όχι, δεν είναι  από τις προσπάθειες για την απόκτηση χρημάτων ή μόνο  οι σεξουαλικές ή ερωτικές εμπειρίες, σύνελθε! )  θα εξιψώσεις τον εαυτό σου στη σφαίρα των πραγματικά ευδαιμονούντων!
(διαβάζουμε λίγο Πλάτωνα και Αριστοτέλη , καλό θα μας κάνει)
Τι λεω τώρα, θα μου πείτε...δίκιο έχετε!
Καλημέρα!