ESOTERICA

Κανένα γεγονός που εναντιώνεται ή αντιτίθεται στην όποια προσωπική κρίση του καθενός δεν μπορεί να ιδωθεί, να εξηγηθεί και τελικώς να γίνει αποδεκτό ως πραγματικό, υπό το κράτος του φόβου και της αμφιβολίας για την πιθανή ύπαρξή του.
(" Το νησί κάτω από την ομίχλη", εκδόσεις Καστανιώτη - 2010)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες προσώπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες προσώπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τα δώρα της κυρα- Ρίτσας vol.2

Προχθές πήγα στους γονείς μου.  Η κυρα Ρίτσα μου είχε κάνει το αγαπημένο μου φαγητό, σαλιγκάρια, και την έκανα ταράτσα αν και όπως μου λεει ο κυρ Βασίλης παιδεύτηκε πολύ να τα "ξεκωλιάσει" αλλά τα είχε πετύχει σούπερ.
Όταν έφυγα μου έδωσε τα καθιερωμένα μου δώρα. Αυτή τη φορά το "μενού" είχε μια μεταλική ψωμιέρα που για βάση , (αυτή η πορτοκαλί που βλέπετε) είναι φτιαγμένη από καλαμάκια ( ναι αυτά του φραπέ), μια τσαγιέρα για τα τσάγια του χειμώνα ( η προηγούμενη που είχα μου έσπασε ενώ την έπλενα...γερό σκαρί!), πολλές κόλες στιγμής και μια μεγάλη UHU! Γιατί τώρα να πάρει κάποιος μια συσκευασία με 5 κόλες στιγμής και μια μεγάλη UHU ποτέ δεν το κατάλαβα! Και βέβαια μου τα έβγαλε από μια τσάντα που είχε και άλλες πολλές κόλες, πιθανόν για τα αδερφια μου και τους περίοικους! Κάτι θα σημαίνει αυτό δεν μπορεί! Αλλά γύρευε τι παίζει στο μυαλό της κυρα-Ρίτσας!
Αυτό το ροζ πανί που φαίνεται είναι μια σιδερώστρα. Εντάξει αυτή της την είχα ζητήσει γιατί μου έσπασε η προηγούμενη και μου πήρε αυτή τη χαρούμενη. Και είναι γερή (παραδόξως) την πήρε από τον έμπορά της όπως με διαβεβαίωσε και όχι από παζάρι και είναι του ατμού...έτσι μου είπε! Οπότε έχω και μια καινούρια σιδερώστρα του ατμού, που σημαίνει αρκετά διαιτητική!
Στον αδερφό μου είχε πάρει σετ σορτσάκι - Τshirt ασορτί,  σα να έπρεπε να το βάλει σε γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε μικρά. Ο αδερφός μου 35 χρονών  "παιδί"! Το έβαλε να το δοκιμάσει. Ολο το σετ 2 νούμερα μικρότερο. Όταν έβαλε το σορτσάκι νόμιζα ότι φόρεσε μαγιώ. Τσίτα πάνω του και το μπλουζάκι τού είχε κόψει την ανάσα. Με κοιτάει και δεν λέει αρχικά τίποτα. Ερχεται η κυρα Ρίτσα που απευθύνεται σε μένα.
-Ωραίο;
-Γιατί δεν ρωτάς τον Τάσο, της απαντάω. Αλλά άστο δεν μπορεί να σου μιλήσει νιώθει ένα σφίξιμο!
Γυρνάει έντρομη στον Τάσο.
-Τι έχεις αγόρι μου σε πείραξαν τα σαλιγκάρια;
Σημείωση: ο Τάσος σιχαίνεται τα σαλιγκάρια και δεν τα τρώει ποτέ.  Του είχε τηγανίσει πατάτες να φάει το μεσημέρι.
Ο Τασος βγάζει το σετακι  (που μάλλον για τα τσικό προοριζόταν), μετά βίας αγκομαχώντας και επιτέλους αναπνέει.
-Αμαν ρε μάνα, τι άχρηστο είναι αυτό που πήρες!
-Δεν ακούω τι λες...και μη μου φωνάζεις ( βγάλτε νόημα τώρα!)
- Τι να το κάνω αυτό, μου λες;
-Ελα, σιγά το πραγμα, θα σου πάρω άλλο. Δεν ήταν και ακριβό. Αν μου το έδινες την προηγούμενη βδομάδα που στο είχα πάρει θα το είχα αλλάξει. Αλλά τώρα που να τον βρω τον άνθρωπο και δεν θυμάμαι και από που το πήρα.
-Μα τώρα μου το έδωσες ρε μάνα, τι μου λες; Φωνάζει ο Τασος που ετοιμάζεται να πάει και στη δουλειά.
-Φώναξέ μου που ξεχνάω κιόλας!
Εκεί του έκανα νόημα να σταματήσει. Δεν θα έπρεπε να τη στεναχωρούμε αφού την ξέρουμε. Την κατάσταση έσωσε ο μπαρμπα Βασίλης που το πήρε και είπε θα το φορέσει αυτός που είναι πιο μινιόν από ολους μας αλλά με μεγαλύτερο στομάχι! Τι να πω! Δεν έδωσα περισσότερη σημασία.
Φεύγοντας πάντα με ακολουθεί η κυρα Ρίτσα μέχρι το αυτοκίνητο ή τη μηχανή μου, όποτε  τυχαίνει να την πάρω. Προχθές είχα πάρει το αυτοκίνητο γιατί είχα και τη σιδερώστρα να πάρω και μια KEROSUN καινούρια που δεν την είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ, για να την πάρω στο εξοχικό...αν και την έχω υποσχεθεί σε έναν πολύ δικό μου άνθρωπο, οπότε θα πάει εκεί, αλλά η κυρα Ρίτσα δεν πρέπει να το μάθει γιατί θα πάει να μου πάρει άλλη καινούρια!
(Σημειώστε ότι στο εξοχικό έχω καλοριφέρ φυσικά αλλά για την κυρά Ρίτσα αυτό δεν έχει καμμία μα καμμία σημασία)
Καθώς λοιπόν έφευγα με το αυτοκίνητο έρχεται στο παράθυρο όπως συνήθως για να μου δώσει ένα εκατομμύριο ευχές και να μου κάνει άλλες τόσες ερωτήσεις, τις ίδιες κάθε φορά ( Να προσέχεις, χαιρετίσματα στην Τασία, φιλιά στην Πωλίνα, να είστε αγαπημένοι, να μην τσακώνεστε, πότε θα ξανάρθεις; να μου πεις να ξέρω τι φαγητό θα κάνω, μην το ξεχάσεις, και να με παίρνεις τηλέφωνο, δεν το ακούω αλλά το δίνω στον μπαμπά σου που ακούει κλπ κλπ) και λέγοντας όλα αυτά και κοιτώντας μήπως την κοιτάει ο κυρ Βασίλης βγάζει και μου δίνει κρυφά 20 ευρώ, τάχα κρυφά, λες και θα είχε πρόβλημα ο μπαμπας! Αλλά έτσι θεωρεί ότι κάνει κάτι απο μόνη της και χαίρεται η γυναίκα! Οπότε κάνω κι εγώ ότι το παίρνω κρυφά και της κάνω νόημα να μη μας δει ο μπαμπάς.
Βάζω μπρος το αμάξι
-Περίμενε. ( Βάζω νεκρά) Τραπεζομάντηλα έχεις;  Με ρωτάει
-Εχω μαμά, δεν θέλω άλλα
-Ροτόντα;
-Δεν έχω στρογγυλό τραπέζι μαμά
-Καλά θα σου πάρω μακρόστενο
- Μαμά δεν θέλω, δεν βάζω τραπεζομάντηλα στο τραπέζι
-Και τι; το έχεις έτσι χωρίς τραπεζομάντηλο; Βρήκα κάτι ωραία με κάτι μεγάλα τριαντάφυλα ( απαραίτητες η χειρονομίες και το πομπώδες ύφος για να με πείσει. Εγώ έχω βάλει ήδη πρώτη και προχωράω σιγά σιγά και αυτή προχωράει μαζί μου δίπλα)
-Και τι βάζεις στο μεγάλο τραπέζι;
-Τιποτα ρε μαμά , το χρησιμοποιώ για να κάνω μάθημα στους μαθητές
-Και κάνεις μάθημα χωρίς τραπεζομάντηλο;
( ο κυρ Βασίλης φωνάζει απο την εξώπορτα: "Αστο το παιδί να φύγει ( όπου παιδί , εγώ), έχει μάθημα, έλα μέσα βρε Ρίτσα". Η κυρα Ρίτσα δεν ακούει φυσικά)
-Ντροπή να κάνεις μάθημα χωρίς τραπεζομάντηλο, θα στο πάρω να το βάλεις.
-Ρε μαμά δεν θα το βάλω, τσάμπα θα το πάρεις, κρίμα τα λεφτά.
-Καλά θα σου πάρω τη ροτόντα
(Νευριάζω)
-Ρε μάνα σου λέω δεν έχω στρογγυλό τραπέζι
-Κάνει και για μακρόστενο να το βάλεις όταν κάνεις μάθημα, μην είσαι γύφτος
-Φεύγω μαμά κάνε στην άκρη θα σε πατήσω
(Ενώ έχω φύγει φωνάζει από μακρυά)
-Θα σου πάρω ροτόντα για το στρογγυλό τραπέζι στη Χαλκίδα, το ξέρω πως έχεις στρογγυλό στη Χαλκίδα δεν θα με κοροϊδέψεις εμένα παλιόπαιδο!

Καθώς φεύγω είμαι αρκετά νευριασμένος, όχι για την επιμονή και το πείσμα της  που σπάει καρύδια αλλά με τον εαυτό μου που μπορώ ασυνείδητα να της λέω ακόμα "όχι". Αχ βρε μπαρμπα Βασίλη όλα σου τα πήρα!

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Τασία...όπως λέμε δεύτερη μαμά!

Σε αυτή τη ζωή έχεις μια φυσική οικογένεια και μια οικογένεια που σε "υιοθετεί". Μπορεί να είναι μια φιλική οικογένεια που αγαπάς πάρα πολύ και σε αγαπάνε εξ ίσου ή να είναι μια οικογένεια εξ αγχιστείας που δημιούργησες και γνώρισες καλά στην περίοδο της ζωής σου. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί η οικογένεια να είναι οι απόλυτοι εχθροί σου φυσικά.
Σε μένα συνέβη το εντελώς αντίθετο. Η οικογένεια της γυναίκας μου, έγινε η δεύτερη οικογένειά μου. Όχι γιατί συντελέθη γάμος και βρεθήκαμε όλοι σε έναν κοινό τόπο. Όχι! Ο γάμος είναι μια τυπική τελετουργία, με νομικές και κοινωνικές προεκτάσεις, γίνεται για συγκεκριμένους λόγους που γνωρίζουν μόνο οι εμπλεκόμενοι,  πάνω σε μια όμως ουσιαστική βάση. Αυτή την ουσιαστική βάση την είχαμε με τη γυναίκα μου από πριν όπως και με την οικογένειά της, τη μητέρα της δηλαδή και τον αδερφό της, γιατί ο πατέρας της "έφυγε" πριν καλά καλά τον γνωρίσω. Θέλω να πω ότι είτε παντρευόμασταν είτε όχι, η οικογένεια αυτή θα λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο, τα ίδια συναισθήματα θα νιώθαμε μεταξύ μας, αφού μας έδεσαν πολλά δυσάρεσα και φυσικά ευχάριστα γεγονότα. Έχουμε υποστηρίξει και συμπαρασταθεί ο ένας στον άλλον πλειστάκις και πολλάκις, γεγονός που μας έχει κάνει σχεδόν αυτοκόλλητους.
Η μητέρα της γυναίκας μου είναι η Τασία.
Στην Τασία χρωστάω πάρα πολλά,  μού έχει σταθεί σαν δεύτερη μητέρα και τη νιώθω έτσι ακριβώς, σα δεύτερη μαμά ( γι' αυτό και αποφεύγω να την αποκαλώ "πεθερά"... συνήθως) . Κι αν κρίνω από την συνήθειά της ,  κάθε φορά που  αναφέρεται στα παιδιά της,  να συμπεριλαμβάνει και μένα μέσα σε αυτά,  θέλω να πιστεύω πως και αυτή νιώθει το ίδιο ακριβώς. Υπάρχουν φορές μάλιστα που τη νιώθω καλύτερα από μητέρα. Γιατί με την Τασία μπορώ να μιλάω για οποιοδήποτε θέμα ξέροντας ότι θα με ακούσει, θα το καταλάβει και θα το συζητήσει, εκφέροντας την γνώμη της και την άποψή της, κάτι που δεν μπορώ να το κάνω τόσο εύκολα με τη φυσική μου μητέρα. Είναι και που ζω (σχεδόν) μαζί με αυτή την οικογένεια  (λόγω συνθηκών και καταστάσεων) περισσότερα χρόνια από αυτά που έχω ζήσει με την φυσική μου οικογένεια. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχουμε και προστριβές και διαφωνίες. Ξέρω όμως  πως ό,τι και να πω, ό,τι και να μου πει, όσο και να φωνάξουμε (που δεν φωνάζει αυτή, εγώ φωνάζω συνήθως), μετά από λίγο είναι σα να μην έχει γίνει τίποτα, λυθεί δε λυθεί το θέμα μας!
Τέλος πάντων αρκετά με την εισαγωγή. Η Τασία λοιπόν είναι μια εξαίρετη επαγγελματίας, Συμβολαιογράφος, ακριβώς στην ίδια ηλικία με τη μητέρα μου αλλά με τελείως διαφορετική πορεία. Η Τασία σπούδασε Νομική, έζησε την εποχή της με πάρτυ, εξόδους, εκδρομές κλπ ,  αλλά και πολλή προσωπική εργασία στο φούρνο του πατέρα της, σε ένα όμως  πιο  υποστηρικτικό περιβάλλον από ό,τι η μητέρα μου,  ερωτεύτηκε τον άνδρα της,  τον έκανε σκοπό της ζωής της , ταξίδεψε μαζί του όλον τον κόσμο (καπετάνιος ο κυρ-Γιώργος) έζησε δηλαδή μια ευτυχισμένη γενικά ζωή χωρίς φυσικά να λείπουν οι δυσκολίες, που δεν μας αφορούν εδώ.
Όπως όλοι μας όμως έχει  και αυτή τα κολλήματά της.
Εκτός του ότι κινείται συναισθηματικά στα άκρα (αγαπά πολύ και άδολα μέχρι που κάποιος θα της θίξει τα παιδιά (κυρίως)  και  γενικά την οικογένειά της  ή φανεί αχάριστος, κουτσομπόλης και δολοπλόκος οπότε και τον ξεγράφει δια παντός), έχει  ζητήματα  και με το παρελθόν κι αν  κάποτε, κάτι της πήγε στραβά δεν το επαναλαμβάνει ποτέ. Μα ποτέ όμως!
Για παράδειγμα, κάποτε είχανε κάνει κολιούς για να φάνε σε ένα τραπέζι  που είχαν ετοιμάσει για καλεσμένους με τον άνδρα της, αλλά επειδή κάτι στράβωσε και δεν τους έφαγαν και τους πέταξαν στο χωράφι , όπως μου εξομολογήθηκε , οι κολιοί είναι απαγορευμένο φαγητό ακόμα μέχρι και σήμερα στην οικογένεια. Μια άλλη φορά είχανε πάει στην Κύμη για εκδρομή, αλλά επειδή είχε κύμα και φουρτούνα (τότε), "ρίξανε μαύρη πέτρα πίσω τους", όπως χαρακτηριστικά λέει και δεν ξαναπάτησαν ποτέ, γιατί προφανώς, αφού τότε είχε κύμα θα έχει κύμα κάθε φορά που θα πήγαιναν.  Γενικά δεν μπορείς να την πείσεις να κάνει κάτι που στο παρελθόν είχε αποβεί είτε  στεναχωρηματικό, είτε καταστροφικό, είτε μοιραίο. Με αποτέλεσμα να περιορίζει τον εαυτό της πάρα πολύ  σε πράξεις και ενέργειες, ακόμα και σε σκέψεις, προκειμένου να μην πάθει τα ίδια που είχε πάθει κάποτε. (Αχ αυτά τα φρικτά βασανιστικά περιοριστικά "Πιστεύω" μας!)
Επίσης στην Τασία αρέσουν πολύ τα παυσίπονα. Κατά περιόδους παθαίνει εμμονή (εμμονή όμως!)  με συγκεκριμένες μάρκες αναλγητικών, που τις ανάγει σε πανάκεια:  Λοναρίντ, Παναντόλ, Ποσντάν, Αλγκόν. Τις έχει δοκιμάσει όλες! Όλες! Και τα παίρνει αυτά τα παυσίπονα ανεξαρτήτου ώρας ή πάθησης. Για παράδειγμα παίρνει ένα κάθε πρωί πάντα μαζί με τα άλλα της χάπια ( για την καρδιά, το στομάχι κλπ) ...  just in case! Τόσο πολύ μερικές φορές εξαρτάται από τα αναλγητικά που συνέβει το εξης ευτράπελο μια φορά:
Ήταν η περίοδος που την βοηθούσα στο Συμβολαιγραφείο της. Μια δουλειά με πολλές απαιτήσεις, πολύ στρες ( για την ίδια κυρίως, εγώ απλώς βοηθός πιστολάκι ήμουν) , με πολλή ευθύνη, δουλειά που χρειάζεται να έχεις πολλές γνώσεις,  συγκριτκή και συνδυαστική σκέψη, αποτελεσματικότητα, πειθαρχία, συγκέντρωση, υπομονή, επιμονή, καλή προαίρεση, καλή συμπεριφορά, εχεμύθεια,  τιμιότητα αλλά και βασικές αρχές ψυχολογίας αφού οι συνδιαλλαγή με διαφορετικούς πελάτες κάθε φορά απαιτεί και την ανάλογη συμπεριφορά και στάση από μέρους της, προσόντα που έχει η Τασία σε υπερβολικό βαθμό...όλα. Κάτι που δεν συμβαίνει με άλλους συνάδελφούς της...και έχω γνωρίσει πολλούς από αυτούς.  ( Πόσα περίεργα και κουλά είχα ακούσει και είχα δει από τους πελάτες της όσον καιρό τη βοηθούσα δε λέγεται!)
Όπως είπα η Τασία σε κρίσιμες στγμές και όταν όλα ήταν πιεστικά, ο χρόνος, οι πελάτες, οι δικηγόροι κλπ , την έπιανε στρες κι  ένας μικρός ( όχι και τόσο μικρός δηλαδή) πανικός. Αν τύχαινε αυτό να επιβαρυνθεί και με κάτι άλλο , τότε τα πράγματα ξέφευγαν λίγο. Στιγμιαία πάντα και ποτέ μπροστά στους πελάτες!
 Η Τασία επίσης δεν είχε και πολύ καλή σχέση με τα κομπιούτερ γιατί είχε μάθει να δουλεύει σε γραφομηχανή και η τεχνολογία την τρόμαζε. Αν και είχε από πολύ νωρίς κομπιούτερ (μάρκας WANG...γύρευε!)  με πρόγραμμα προσαμοσμένο στις ανάγκες της (μιλάμε για δεκαετία '80-'90), αυτή συνέχιζε να γράφει στη γραφομηχανή και την οθόνη του κομπιουτερ την είχε στολίσει με ένα ωραιότατο σεμεδάκι ( σιγά μη δεν είχε κάποιες ομοιότητες με τη μητέρα μου...τι αναγνώρισα δηλαδή εγώ σε αυτήν; χε χε ). Με τον καιρό έμαθε να χρησιμοποιεί την τεχνολογία, να πάρει πιο εξελιγμένα PCs  και να δουλεύει και το ειδικό πρόγραμμα για Συμβολαιογράφους. Οταν όμως έβγαζε κάποια εντολή το κομπιούτερ που η Τασία δεν γνώριζε, ή ξαφνικά φαίνονταν ότι είχαν χαθεί όλα από αυτά που είχε γράψει, τότε ερχόταν το απόλυτο χάος. Όσο ήμουν εγώ εκεί μπορούσα να λύσω κάποια ζητήματα, αφού ήμουν πιο εξοικιωμένος με την τεχνολογία και να σώνω κάποιες καταστάσεις. Υπήρχαν φορές όμως που τύχαινε να μην πάω στο γραφείο (είχα και τις καλλιτεχνικές μου ασχολίες βλέπεις...τρομάρα μου).
Μια φορά που έτυχε να μην πάω στο γραφείο, με παίρνει έξαλλη τηλέφωνο:

-Χάθηκαν όλα...τι θα κάνω Θεέ μου...που πήγαν βρε Αλέξη; ...Να, εδώ έτσι όπως έγραφα ξαφνικά χάθηκαν όλα και έσβησε η οθόνη και έχω συμβόλαιο σε λίγο...παει καταστράφηκα ( ακολουθούν κάτι μικροβρισιές) ...παει καταστράφηκα...θα έρθουν οι άνθρωποι και εγώ δεν θα είμαι έτοιμη...τι να κάνω; είναι μαύρη η οθόνη...ακούς; ΜΑΥΡΗ, πως μαύρισε έτσι η οθόνη; κατάμαυρη σου λέω...δεν ανοίγει ( ακούγονται θόρυβοι πλήκτρων)  Ααααααααα....δεν έχω ρεύμα καθόλου στο γραφείο! Παναγία μου! Που πήγε το ρεύμα; Έχει διακοπή; ( ακουώ βήματα , πάει προς την έξοδο και μιλάει σε κάποιον σε συνεχόμενη υστερία) Έχουμε διακοπή; Τι; Τι μου λέτε τώρα; Ποιος κατέβασε το γενικό; Ο Θυρωρός;  κακό χρόνο να έχει , ο μπήξας ο δείξας ( πολλές βρισιές για τον Θυρωρό) , που να του καεί το σπίτι..."

Γενικώς μέσα στα νεύρα η Τασία και στον πανικό. Δεν πρόλαβα να αρθρώσω λέξη, ούτε ένα κιχ να κάνω και το έκλεισε το τηλέφωνο, ενώ συνέχιζε να φωνάζει και να καταριέται. Όντως ό Θυρωρός του μεγάρου είχε κατεβάσει τον γενικό του ορόφου που βρισκόταν το γραφείο της Τασίας με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα σε όλα τα γραφεία του ορόφου.  Μετά από κάποια ώρα την παίρνω τηλέφωνο για να μάθω τι τελικά είχε συμβεί και την ακούω πιο ήρεμη:

-Τί έγινε;  ρώτησα όλο αγωνία.
-Εντάξει, όλα μια χαρά, μου είπε με σχετική ηρεμία.
-Είστε σίγουρη; ( ναι ακόμα της μιλάω στον πληθυντικό και είναι στο μόνο άνθρωπο που το συνεχίζω μέχρι σήμερα, παρ όλη την οικειότητα που έχουμε, τέοια οικειότητα που δεν έχουν ούτε οι καλύτεροι φίλοι μεταξύ τους)
-Ναι, όλα καλά, συνέχιζε να μου λέει σε ύφεση.
-Τί κάνατε όταν χάσατε το αρχείο; τη ρώτησα  θέλοντας να τη βοηθήσω να το ανακτήσει.
-Εντάξει, ήπια ένα Πονστάν, μου απάντησε με απόλυτη φυσικότητα.

Μόνο που δεν μου έπεσε το ακουστικό από τα χέρια! Ήταν η περίοδος του Αγίου Πονστάν...κατά πως έλεγε! (μετά εξοβελίστηκε κι αυτό στο πυρ το εξώτερον και δεν το αγγίζει πια! Τώρα μου φαίνεται ότι ξαναγύρισε στο Παναντόλ).
Η Τασία βγαίνει τον επόμενο χρόνο στη σύνταξη, μετά από πολλά χρόνια πετυχημένης καριέρας, εμπειριών και απολαβών αλλά και στερήσεων και δυσκολιών. Εκτός του ότι θα είναι αρκετά πιο ήρεμη, αν και πιστεύω ότι θα της λείπει η δουλειά της, αυτό που με φοβίζει περισσότερο, είναι πώς θα εξηγήσει αυτό το επαγγελματικό παρελθόν της και αν  θα θέλει να ξαναπατήσει ποτέ σε  Συμβολαιογραφείο... για να κάνει ας πούμε τη διαθήκη της ( α! είναι πολύ τυπική σε αυτά η Τασία) ... ή σε τι παυσίπονο θα πέσει για να διαχειριστεί αυτή τη στέρηση που θα της δημιουργήσει η έλλειψη της δουλειά της.
Ελπίζω μόνο να μην πέσει στα σκληρά!

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Το μπρελόκ και οι δίδυμες.

Το πατρικό μου στο Αιγάλεω είναι μια μονοκατοικία. Το οικόπεδο το είχε δώσει προίκα ο παππούς μου, Τάσος,  στα δύο δίδυμα κορίτσια του, την Γρηγορία (Ρίτσα), τη μητέρα μου και την Ειρήνη ( Ρένα) τη θεία μου. ( Ο γιος του και θείος μου, Αντώνης , είναι από μόνος του ένα άλλο κεφάλαιο!). Το χώρισε αυτό το οικόπεδο ο παππούς  στη μέση και  οι δίδυμες έφτιαξαν  δύο μονοκατοικίες δίπλα δίπλα.  Η μητέρα μου αρχικά αφού παντρεύτηκε πρώτη, διαμορφώνοντας ( ο μπαμπάς μου δηλαδή που ήταν οικοδόμος) τα ήδη υπάρχοντα κτίσματα όπου έμενε η οικογένειά της και που έφυγαν όταν παντρεύτηκε η κόρη τους, χτίζοντας ένα άλλο σπίτι με τσιμεντόλιθους και ελλενίτ, στο βάθος του οικοπέδου για να μένουν με τον γιό τους.
Οι δίδυμες δεν ήταν  πάντα αγαπημένες. Εντάξει τις περισσότερες φορές ήταν, αλλά τσακωνόντουσταν και πάρα πολύ συχνά, γιατί η θεία μου για κάποιο λόγο πίστευε ότι ήταν ριγμένη σχετικά με το οικόπεδο, επειδή άφησε ένα ή δύο μέτρα για να υπάρχει κάποιος διάδρομος ανάμεσα στα δύο σπίτια, αφού παντρεύτηκε πρώτη η μητέρα μου όπως είπα,  η οποία πήρε το μισό ακριβώς οικόπεδο αρχικά. Αυτό ήταν αντικείμενο προστριβής πολλές φορές μεταξύ τους ( αλλά και ανάμεσα στους άνδρες τους, τον μπαμπά μου και το θείο μου (Βασίλης και ο ένας και ο άλλος). Τέλος πάντων, πολλά ευτράπελα έχουν γίνει μεταξύ των δύο οικογενειών με αυτό το θέμα, που ίσως τα αναφέρω σε κάποιο άλλο post.
Κάθε πρωί, λοιπόν, η θεία μου ερχόταν στο δικό μας σπίτι για να πιει τον πρωινό της ελληνκό καφέ με τη μητέρα μου. ( Γιατί έπρεπε να της πει και το φλυτζάνι μετά,  μαντική τέχνη που κανείς δεν ξέρει πως απέκτησε η θεία...μάλλον μας κορόϊδευε, τώρα που το σκέφτομαι). Ερχόταν η θεία πολύ  νωρίς το πρωι, ξημερώματα σχεδόν. Και υποτίθεται ότι μιλούσαν σιγά, αλλά πόσο σιγά μπορούσαν να μιλήσουν δυο  άνθρωποι που έχουν απλώλεια ακοής. Η θεία μου δε, ήταν πιο κουφή από τη μάνα μου, (αν και πιστεύω πως και η μία και η άλλη είχαν επιλεκτική ακοή γιατί άλλα άκουγαν, όσα τους σενέφεραν συνήθως και άλλα όχι). Όποτε μιλούσαν, όμως ,ακούγονταν όχι μόνο σε όλο το σπίτι ( που ήταν και περίεργα διαμορφωμένο, σαν τρένο το ένα δωμάτιο πίσω από το άλλο, όπως όλα τα παλιά σπίτια που διαμορφώθηκαν πάνω σε άλλα παλιότερα.  Για να σκεφτείτε για να πας από το σαλόνι στο μπάνιο, έπρεπε να περάσεις από το δωμάτιο των παιδιών να μπείς στο δωμάτιο των γονιών μετά στην κουζίνα και μετά να μπας στο μπανιο!), ακούγονταν, λοιπόν, όχι μόνο σε όλο το σπίτι ( λόγω echo) αλλά και σε όλα τα παρακείμενα σπίτια της γειτονιάς.
Ήταν η περίοδος που έτυχε να μη δουλεύουν οι δίδυμες, η θεία προσπαθούσε να βγει στη σύνταξη λόγω νευρικών διαταραχών ( άλλο γέλιο αυτό!) και η μητέρα μου δεν θυμάμαι για ποιο λόγο δεν δούλευε τότε.  Εγώ πήγαινα τελευταία τάξη του Λυκείου. Στο σπιτι μου είχε έρθει να εγκατασταθεί και ο μετέπειτα γαμπρός μου, που είχε αρραβωνιαστεί την αδερφή μου και που ήταν μόνιμος  υπαξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό ( για να μην χαλάνε πολλά λεφτά και να  τα μαζέψουν για να αποπερατώσουν το σπίτι τους στο μελλοντικό πρώτο όροφο της μονοκατοικίας, που  είχε  ήδη χτίσει ο μπαμπάς μου και ήταν γιαπί). Τότε ο Δημήτρης είχε μετατεθεί σ΄ ένα αντιτορπιλικό καράβι , τον Κουτουριώτη, στην Κρήτη και ερχόταν πολύ λίγες μέρες τον μήνα ή καθόλου για κάποιους μήνες. Όποτε ερχόταν όμως ο άνθρωπος ήθελε να κοιμάται, να ξεκουράζεται και γενικώς να μπορεί να χαρεί την ολιγοήμερη ( συνήθως) άδειά του.  Γενικώς το σπίτι μας τότε ήταν κανονικό Σεράϊ.
Ένα πρωί , όπως συνήθως, κατέβηκε η Ρένα να πιεί καφέ με τη Ρίτσα. Τότε είχαν βγει κάποια μπρελόκ για κλειδιά, που αν φώναζες, (κάποιο όνομα, κάποια λέξη, αν φώναζες γενικώς) αυτό άρχιζε  να χυπάει με έναν εκνευριστικό θόρυβο, προκειμένου να το βρίσκεις εύκολα, σε περίπτωση που το  είχες βάλει κάπου  και δεν το έβρισκες.  Και η θεία μου με τη μάνα μου ήταν οι πρώτες που έβρισκαν τέτοια γκατζετάκια της εποχής και τα διέδιδαν κιόλας παντού. 
Εκείνο το πρωί είχαν ανακαλύψει αυτό το μπρελόκ.  Τότε δεν ξυπνούσα τόσο πρωι και μου άρεσε ο πρωινός ύπνος (βαριόμουν και το σχολείο βασικά). Μέσα από τον ύπνο μου άκουγα τις ομιλίες των διδύμων, με αυτή την υπόκωφη φωνή ( τάχα για να μην τις ακούσουν οι υπόλοιποι) αλλά εξαιρετικά δυνατή υπόκωφη φωνή , ( για να ακούσουν η μία την άλλη)

"Αν μιλήσεις αρχίζει και χτυπάει, είναι πολύ ωραίο",ακούω να λέει η θεία.
"Και τι να πεις;", με απορία η μαμά.
"Ε δεν ξέρω ρε Ρίτσα, ένα όνομα, να πεις κάτι".
"Ωραίο ε;"
"Πολύ. Εγώ που χάνω τα κλειδιά συνέχεια είναι πολύ καλό!" .
( Όντως τα έχανε η θεία τα κλειδιά της συνέχεια ,αλλά όχι κάπου που άν φώναζε θα τα έβρισκε...τα έχανε στη λαϊκή, τα ξέχναγε απο εδώ κι από κει που τριγύριζε όλη μέρα , αλλά  πάντως όχι καπου, που όταν το έπαιρνε χαμπάρι ότι λείπουν, θα φώναζε , θα χτυπούσε το μπρελοκ και θα τα έβρισκε) 
"Α, πολύ χρήσιμο", συμφωνησε η μαμά. "Τώρα αν πουμε κάτι θα χτυπήσει;" 
( Εν τω μεταξύ το μπρελόκ σε όλη αυτή τη συζήτηση έπιανε κάποια συχνότητα, συντονιζόταν από κάποια απο τα λεγόμενα των κοριτσιών, όπως τις έλεγαν όλοι στη γειτονιά, και χτύπαγε κατά περιόδους, αλλά αυτές δεν το άκουγαν)
"Πες κάτι" , παρότρυνε η θεία τη μαμά.
(Σιωπή, προφανώς σκεφτόταν η μαμά τί να πει).
"Μουρταδέλα" είπε ξαφνικά η μαμά, επειδή μάλλον σκεφτόταν τα φάει κάτι πρωί πρωί, ούσα λιχούδα, αλλά το μπρελόκ δεν χτύπησε.
"Λίγο πιο δυνατά", είπε η θεία
"Μουρταδέλα", ξαναίπε η μαμά πιο δυνατά, τίποτα το μπρελόκ.
"Πως σου ήρθε να πεις φουστανέλα", απόρησε η θεία , διαβάζοντας πιθανόν λάθος τα χείλη της μαμάς. "Πες τυρί", την παρότρυνε. Η μαμά δεν αντέδρασε.
 "Χαλασμένο είναι;" ρώτησε η μαμά.
"Αντε καλέ, χθες το πήρα", την καθησύχασε η θεία. "Πες κάτι άλλο", τη συμβούλεψε.

Εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά, τόσο από τις φωνές τους όσο και από τον εκνευριστικό ήχο του μπρελόκ που αυτές δεν άκουγαν. Ο αδερφός μου, ο Τάσος,  στο δίπλα κρεββάτι, πολύ μιρκός (7-8 χρονών), δεν έχει πάρει χαμπάρι και κοιμάται. Ανοίγει  η συρταρωτή πόρτα που χώριζε το δωμάτιό μου από το σαλόνι , όπου εκεί κοιμόταν ο γαμπρός μου με την αδερφή μου. Εμφανίζεται ο γαμπρός μου. Ένας θηριώδης  μελαχοινός τύπος ,τριχωτός...αυτό που λέμε άντρακλας, μόνο με το μποξεράκι του, αν και είχε κρύο. Σκληραγωγημένο παιδί. Με κοιτάει.

"Τι φασαρία είναι αυτή;" με ρωτάει ο γαμπρός μου.
"Οι δίδυμες", του λέω.
"Γιατί φωνάζουν;" 
"Κάτι δοκιμάζουν, ένα μπρελοκ μου φαίνεται" απαντώ μέσα από τις κουβέρτες.
"Πες τους να σταματήσουν".
"Δεν θα ακούσουν, πρέπει να πάω μέσα και βαριέμαι".

Μέσα είχε αρχίσει το πανηγύρι όμως. Οι Δίδυμες άρχιζαν και φώναζαν διάφορες λέξεις, ό,τι έβλεπαν προφανώς τριγύρω τους ή ό,τι τους ερχόταν στο μυαλό, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε (ψυγείο, καφές, φλυτζάνι, κουταλάκι, πόρτα). Μετά περάσανε στα ζαρζαβατικά, (χόρτα, καρότο, πατάτα, κρεμμύδι κλπ ). Μέχρι και ολόκληρες προτάσεις φώναζαν ( Τι κάνεις; Θα πάμε στη λαϊκή; Τι φαϊ θα κάνεις σήμερα; Έχω να παω στο γιατρό. Εχθές που έπαιξα προπό δεν κέρδισα τίποτα...Η θεία ήταν τότε τζογαδόρισα) κι άλλα τέτοια.
Ο γαμπρός μου καθόταν στην πόρτα και με κοιτούσε πολύ τσαντισμένος που του χάλασαν τον ύπνο και είχε και δίκιο το παιδί, έγω είχα αρχίζει να γελάω. Διέκρινα κι ένα κρυφό χαμόγελο στα χείλη του γαμπρού μου. Σε κάποια παύση των φωνών από τις δίδυμες , πιθανόν για να βρουν κάτι άλλο να πουν, κι ενώ το μπρελόκ είχε χτυπήσει άπειρες φορές, που όμως οι δίδυμες δεν άκουγαν, ο γαμπρός μου  προχώρησε προς την πόρτα για το επόμενο δωμάτιο και φώναξε με δύναμη προς τα μέσα: "ΣΚΑΣΜΟΣ".
Δεν το είπε με κακία αλλά μάλλον προσπαθούσε να βρει μια  χαρακτηριστική λέξη για να την ακούσουν και να σταματήσουν. Οπως ακριβώς κάνουμε για τα σκυλιά. Φυσικά το μπρελόκ  συντονίστηκε και χτύπησε. Ήταν πρώτη φορά που το άκουσαν οι δίδυμες, αλλά  δεν είχαν ακούσει μάλλον τον γαμπρό μου. 

"Να το χτύπησε, Τι είπες Ρίτσα;" ,ρωτάει η θεία μου γιατί δεν είχε ακούσει κάτι που πιθανόν να είπε η μάνα μου, που όμως δεν είχε πει τίποτα, γιατί ήταν η στιγμή που έψαχναν.
"Τίτοτα δεν είπα", είπε η μαμά.
"Αφού χτύπησε, το άκουσες, δεν το άκουσες;" ρώτησε η θεία με αγωνία.
"Το άκουσα αλλά δεν είπα τίποτα, έψαχνα τι να πω",δικαιολογήθηκε η μαμά λες και είχε κάνει έγκλημα. Και να μην το είχε ακούσει όμως δεν θα το έλεγε αφού το άκουσε η πιο κουφή αδερφή της. Ντροπή και όνειδος!

Ο γαμπρός μου με κοιτούσε με απόγνωση, πλέον γελούσε  κι αυτός . Ξαναμπαίνει μέσα στο σαλόνι κλείνοντας την συρταρωτή πόρτα πίσω του. Εγώ αποφασίζω να μην σηκωθώ από το κρεββάτι. 
Οι δίδυμες μέσα ξανάρχισαν το θέατρο του παραλόγου. Είχαν περάσει σε διάφορα ονόματα για να κάνουν το μπρελόκ να χτυπήσει. Ονόματα κατ' αρχάς  που υπήρχαν στην οικογένεια, μέχρι τις μακρινές θείες και συγγενείς και μετά όλα τα ονόματα της γειτονιάς. Το μπρελοκ στα ονόματα χτυπούσε πιο συχνά, αυτές το ακούν και χαίρονται και όσο χαίρονται φωνάζουν πιο δυνατά! "Ρέναααααα, Ριτσαααααα, Νίκοοοοοο, Βασίληηηηηηηη, Τάσοοοοοοοο, Δημήτρηηηηηηηηη, Βασίληηηηηηηηη (ο άλλος Βασίλης, διαφορετικό πρόσωπο  διαφορετικό όνομα σου λεει),  θεία Δεσπινιόοοοοοοοο, θεία Τασούλααααααα" ( ναι έβαζαν και το προσδιοριστικό μπροστά για να ξέρουν για ποιον μιλάνε) Όσο άκουγαν το μπρελοκ να χτυπάει ,(που δεν το άκουγαν όσες φορές αυτό χτύπαγε), τόσο περισσότερο και πιο δυνατά φώναζαν. Γενικώς ένας χαμός 7 η ώρα το πρωί και μάλιστα  χειμώνας.
Ξαφνικά άνοιξε με δύναμη  η πόρτα του σαλονιού και βγήκε έξαλλος ο γαμπρός μου, με το μποξεράκι μόνο.  Τον βλέπω να πηγαίνει σφαίρα στην κουζίνα. Από πίσω σηκώνομαι κι εγώ και τρέχω πίσω του να δω τη σκηνή.
Με το που μπαίνει μέσα στην κουζίνα, η μάνα μου αμέσως να πει " Ξύπνησες αγόρι μου;" όπως έλεγε συνήθως, η θεία μου δεν πρόλαβε να πει " Καλημέρα Δημήτρη μου" κι έμεινε κάπου στα μισά. Ο Δημήτρης παίρνει το μπρελόκ, που το είχαν στήσει σε περίοπτη θέση πάνω στο τραπέζι ανάμεσά τους, και το βουτάει μέσα σε ένα ποτήρι νερό, από τα δύο που υπήρχαν στο τραπέζι και που συνόδευαν τον καφέ τους.  Το μπρελοκ για κάποιο λόγο μισοσφύριξε αλλά μπαίνοντας στο νερό , έβγαλε ένα ήχο σα να πνίγεται. Οι δίδυμες έμειναν στήλες άλατος με αυτή την πράξη του Δημήτρη, οποίος απλώς το έκανε και χωρίς να πει απολύτως τίποτα, ξαναγύρισε στο δωμάτιό του ( στο σαλόνι ,δηλαδή, αφού πέρασε όλα τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού... τρένο είπαμε).  Έχει ένα αυθεντικό χιούμορ ο γαμπρός μου...όταν θέλει! Εγώ καθόμουν και κοιτούσα τις δίδυμες που κοιτούσαν το μπρελόκ μέσα στο ποτήρι.

"Γιατί το έκανε αυτό;"  ρώτησε η θεία.  Η μαμά απλώς κούνησε τους ώμους, με μια έκφραση δυσαρέκσειας και απορίας.  "Δεν πάει καλά", συνέχισε η θεία. "Τρελλός είναι;", συνέχισε με την χαρακτιριστική κίνηση του χεριού που κάνουμε  κοντά στο κεφάλι, όταν θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος είναι σαλεμένος. 
"Εχει τα νεύρα του, περνάει δύσκολα στο Ναυτικό", δικαιολόγησε η μαμά τον γαμπρούλη της.
"Αν περνάει δύσκολα στο Ναυτικό ,Ρίτσα, να παει να πνίξει τους ναύτες του, όχι το μπρελόκ μου", ξεσπάθωσε η θεία με θυμό. "Δεν το πήρα τσάμπα.Λεφτά έδωσα. Τώρα πως θα βρίσκω τα κλειδιά μου;", ήρθε ως επιστέγμασμα η " εύλογη" απορία της. 
"Ελα βρε Ρένα μου , μάλλον χαλασμένο θα ήταν, αφού δεν χτύπαγε", απεφάνθη η μαμά.

Εκεί δεν άντεξα και γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου ξεκαρδισμένος στα γέλια. 
Από μέσα η θεία συνέχιζε:

"Και δεν ντράπηκε να βγεί έτσι έξω; Ετσι κυκλοφορεί εδώ μέσα; Να μας δείξει τις τρίχες του και τα μπράτσα του;.Λες και δεν έχουμε εμείς άνδρα. Δεν φτάνει που μένει  εδώ και δεν έχει παντρευτεί ακόμα! Ντροπή του!".

 Η θεία και όχι μόνο αυτή από το σόι , θεωρούσαν τον Δημήτρη σώγαμπρο, που λέμε, και έβγαλε και το θέμα της εκείνη την ώρα...μαζί με ένα άλλο θέμα φυσικά, γιατί ο θείος μου και άντρας της ήταν λίγο αχαμνό!

Σκέφτηκα πως άλλη μια  μέρα μου, είχε ξεκινήσει ευχάριστα! 
Και ξαφνικά ήθελα με όρεξη να πάω σχολείο!

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Η θεία Ρένα!


Η θεία μου η Ρένα, όπως και η δίδυμη αδερφή της, η μητέρα μου δηλαδή,  έχουν μια επίκτητη ελαφριά κώφωση, αποτέλεσμα της φασαριόζικης δουλειάς που έκαναν από μικρές στο εργοστάσιο λευκοσιδηρουργίας που δούλευαν. Αυτό έκανε και τη μία και την άλλη να παρεξηγούν πολλά πράγματα με αποτέλεσμα να προκαλούν το γέλιο σε όλους τους υπόλοιπους.
Κάποτε είχαμε χαθεί με την μητέρα μου και τη  θεία μου την Ρένα, με το αυτοκίνητο  κάπου κοντά στο τρίτο νεκροταφείο. Μικρός εγώ και  στο τιμόνι οδηγούσε ο θείος μου, ο άνδρας της θείας μου , που δεν φημιζόταν και τόσο για τις οδηγητικές του ικανότητες.
Ψάχναμε λοιπόν την οδό  Τραπεζουντίου. Ψάχναμε πολύ ώρα  με αποτέλεσμα να κάνουμε κύκλους γύρω γύρω από το νεκροταφείο.  Περνούσαμε συνέχεια τα ίδια μέρη, τα ίδια αδιέξοδα, τις ίδιες οδούς. Η οδός Τραπεζουντίου πουθενά!
Κάποια στιγμή τους έκοψε ( παρ όλο που τους το έλεγα όλη την ώρα να το κάνουν, αλλά πολύ μικρός εγώ , πού να  με ακούσουν...!) να ρωτήσουν έναν περαστικό, αφού είχε φτάσει περασμένη ώρα, γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα και ψάχναμε από τις 9 περίπου το βράδυ.
 Βρίσκεται κάποτε ένας χριστιανός και τον ρωτάει η θεία μου που είναι η οδός Τραπεζουντίου. Ο άνθρωπος ρώτησε 2-3 φορές τι τον ρωτούσε η θεία μου, προφανώς ήταν ομοιοπαθής όσον αφορούσε στην απώλεια της  ακοής. Κάποια στιγμή αφού η θεία μου φώναζε συνέχεια τη λέξη "Τραπεζουντίου, Τραπεζουντίου" ξανά και ξανά, γυρίζει ο άνθρωπος και ρωτά : "Τί; Τραπεζίου;". Τότε η θεία μου ξεραίνεται στα γέλια. Έπεσε κάτω από τα γέλια, δάκρυσε η γυναίκα. Ο άνθρωπος έκανε μια γκριμάτσα σα να μας έλεγε ότι είμαστε για τα σίδερα και σηκώθηκε και έφυγε, ενώ η θεία μου συνέχιζε να γελά ασταμάτητα. Εμείς δεν καταλαβαίναμε γιατί γελούσε τόσο πολύ πέρα από το γεγονός ότι ο άνθρωπος παράκουσε λίγο και από Τραπεζουντίου άκουσε Τραπεζίου. Τότε η θεία γύρισε με  δάκρυα από τα γέλια και με μια γκριμάτσα και μια χειρονομία που δήλωνε λίγο την απαξίωσή της για τον άνθρωπο λέγοντας: "Ακου Γραφείου!".
Τότε ήταν που  ξεραθήκαμε και όλοι οι υπόλοιποι στα γέλια.
Ομως τώρα αντιλαμβάνομαι ότι  για άλλο λόγο γελούσε ακόμα η θεία, για άλλο βέβαια εγώ, και πιθανόν για άλλον η μητέρα μου που πιθανόν να παράκουσε αυτό που είπε η θεία η οποία παράκουσε αυτό που είπε ο άνθρωπος ο οποίος παράκουσε αυτό που είπε αρχικά η θεία. Και σίγουρα για άλλον λόγο δεν γελούσε και τόσο ο θείος που τον είχε πιάσει κάτι σα νευρικό και τραύλιζε περισσότερο από όσο τραύλιζε κανονικά στη ζωή του ή μάλλον τον έπιασαν τα νεύρα του και έτσι σηκωθήκαμε και φύγαμε. Δεν θυμάμαι καν γιατί ψάχναμε αυτή την οδό βασικά.
Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει ξαφνικά και "κάνω ρόμπα" το σόι μου! Όμως οχι!  Δεν τους κάνω ρόμπα, στην πραγματικότητα δεν θεωρώ ότι τους εκθέτω.. ούτε στο ελάχιστο. Ίσα Ίσα. Ολο το σόι μου ( θείοι, θείες, παπούδες γιαγιάδες ξαδέρφια κλπ) μού έχει χαρίσει ΚΑΙ πολύ πολύ ευτυχισμένες στιγμές ( ίσως περισσότερες από ό,τι άλλες δυσάρεστες), στιγμές γέλιου, διασκέδασης, ικανοποίησης, απόλαυσης κι ένα σωρό άλλες που κάνουν ένα παιδί χαρούμενο και ζωντανό.  Με αποτέλεσμα τώρα να τις αναπολώ αυτές τις στιγμές και να τις νοσταλγώ.
Ίσως να μην σας αγγίζουν καθόλου αυτές οι στιγμές της οικογένειάς μου, να τις θεωρείτε βαρετές και γραφικές και θα έχετε δίκιο , αφού μόνο οι δικές μας ιστορίες είναι σημαντικές, αστείες, χαρούμενες κλπ και όχι των άλλων.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να τις δημοσιοποιώ αφού έτσι μου ήρθε. Δεν θα το έκανα ποτέ με τις δυσάρεστες στιγμές που έχω περάσει. Γιατί δεν θέλω να εκβιάσω κανέναν συναισθηματικά. Το γέλιο και η αποδόμηση είναι ίσως το καλύτερο φάρμακο για την όποια  στεναχώρια για να μην πω δυστυχία και ακουστεί πολύ βαρύγδουπο.
Ναι, έχετε δίκιο κάτι σημαίνει αυτό αλλά δεν είναι τώρα προς ανάλυση! Απλώς θα αφεθώ στην απόλαυση της αξέχαστης  ευτυχισμένης μνήμης και θα τα μοιράζομαι μαζί σας γιατί...γιατί έτσι χωρίς να υπάρχει κάποιος  ιδιαίτερος λόγος.
Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει κι εσείς απαραίτητα να ακολουθείτε και να συνηγορείτε!
Καλό βράδυ!

ΥΓ. Τώρα που το έψαξα, οδός Τραπεζουντίου δεν υπάρχει γύρω από το τρίτο νεκροταφείο. Μόνο στα Λιόσια και τα Εξάρχεια (!)... τουτέστιν ακόμα θα ψάχναμε!

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Τα δώρα της κυρα-Ρίτσας ( thanx mom!)


Η κυρα-Ρίτσα, η μητέρα μου, είναι ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Όχι ,δεν θα πω την ιστορία της ζωής της, παρ όλο που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά μόνο για μας που την έχουμε ακούσει πολλάκις που την ξέρουμε  εν πολλοίς και όχι για τους υπόλοιπους.
    Όταν βγήκε λοιπόν στη σύνταξη η κυρα-Ρίτσα (εργάτρια λευκοσιδηρουργίας) άρχισε ένα χόμπυ που την ικανοποιεί αφάνταστα αλλά φέρνει πάντα σε δύσκολη θέση τους  άλλους. Παίρνει σβάρνα ό,τι παζάρι υπάρχει στην Αθήνα, Ρώσικο, Κινέζικο, Ρομά κλπ και αγοράζει πολύ χρήσιμα πράγματα για κείνη, πολύ άχρηστα δε για αυτούς που τα δωρίζει. Γιατί τα δωρίζει όλα όσα παίρνει. Που σημαίνει ότι κάθε δώρο το παίρνει εις πολλαπλούν . Δωρίζει λοιπόν, ξεκινώντας από την 5η ξαδέρφη του μπαμπά στο χωριό , για να περάσει χαλαρά σε πιο κοντινούς συγγενείς ,φίλους, γείτονες και κουμπάρους, καταλήγοντας ( αν και είναι μάλλον η πρώτη προτεραιότητά της) στην μεγαλύτερη αδερφή μου ,  στον μικρότερο αδερφό μου και φυσικά σε μένα.
   'Ετσι κάθε φορά που πάω στο Αιγάλεω στο πατρικό μου, εκτός του ότι μου μαγειρεύει την Άρτα και τα Γιάννενα, λες και δεν έχω να φάω σπίτι μου ( εντάξει μερικές φορές δεν έχω), μού δίνει κι ένα δώρο, τελευταίο απόκτημα από την πιο πρόσφατη (της ακριβώς προηγούμενης για να μην πω της ίδιας μέρας) επίσκεψή της σε κάποιο παζάρι.
    Τα περισσότερα είναι διάφορες εικόνες, χριστιανικού περιεχομένου, γιατί είναι και πολύ θρήσκα η κυρα Ρίτσα. Eικόνες με την Παναγία απαστράπτουσα, με τον Χριστό που αν τον κοιτάξεις απο τη μια μεριά γελάει και από την άλλη κλαίει, τον Αγιο Γεώργιο να κινείται κατά πάνω στο δράκο με μένος και σπινιάρει απότομα μόλις τον συναντά, εικόνες που αν περάσεις από μπροστά τους, με την κίνηση ενεργοποιείται κάτι και αρχίζουν ψαλμωδίες (spooky),   κάτι μινιατούρες εικόνες τάχα μου σκαλισμένες σε βράχο ( από πλαστικογυαλί) που με ένα ( κρυφό) διακοπτάκι γίνονται  tiny winy πορτατιφ και φωτίζει όταν ξυπνήσεις το βράδυ να πας τουαλέτα (ωραίο;) ,  ημερολόγια με διάφορες εικόνες αγίων, κατασκευασμένα μάλλον στην  Κίνα γιατί μετά τον μήνα Απρίλιο ήταν ο μήνας Μάϊους.
  Δώρα προορισμένα και για μένα που τα περισσότερα από αυτά του θρησκευτικού περιεχομένου,  πηγαίνουν κατευθείαν (αν δεν τα έχω δώσει σε κάποιον πολύ δικό μου άνθρωπο και φίλο...έτσι για να γελάσουμε καλοπροαίρετα και να το κρατήσει φυσικά) σε μια θρήσκα γυναίκα από τη Ρωσία που ξέρω και που χαίρεται πάρα πολύ όταν της τα δίνω καθώς τα φιλάει με πάθος και σταυροκοπιέται σχεδόν υστερικά, δίνοντάς μου ευχές στα Ρώσικα που δεν καταλαβαίνω.
   Αλλά και άλλα δώρα παίρνει η κυρά Ρίτσα...χρηστικά: ψαλίδια για τα λαχανικά, τρίφτες για το λάχανο-καρότο- κρεμμύδι (in one),



κάτι περίεργα σκουπάκια για τα χαλιά σε διάφορα σχήματα κυρίως ζωάκια όπως αυτό εδώ σε σχήμα πασχαλίτσας ( και ναι το έχω χρησιμοποιήσει!)

 


    Επίσης  παίρνει εποχιακά είδη, χριστουγεννιάτικους (ηλεκτρικούς πάντα) αγγέλους με κάτι φτερά που λάμπουν και σε υπνωτίζουν ( ο τελευταίος που μου έφερε τα περασμένα Χριστούγεννα της έπεσε κάτω και της έσπασε λίγο το κεφάλι και του έβαλε τσιρότο για να μη φαίνεται και το θεώρησε και πολύ φυσικό), μικρά χριστουγεννιάτικα δέντρα με φωτιστικές ίνες που αλλάζουν χρώματα, κάτι πασχαλινά κοτοπουλάκια  όπως επίσης και   αποκριάτικες μουτσούνες.
   Την μεγάλη γκάμα των δώρων διανθίζουν   παντόφλες, σεντόνια, πετσέτες τραπεζομάντηλα για τα καλά τραπέζια που θα κάνω (άσχετα αν δεν έχω κάνει ποτέ...αυτό δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία για τη μαμά, υποστηρίζει πως δεν μπορεί, κάποτε θα κάνω!) και υποσέντονα κρεββατιών ( -μα μαμά δεν κατουριέμαι πάνω μου..ποτέ δεν κατουριόμουν. -Παρτο είναι βρώμικα τα στρώματα, θες  να πάθεις καμιά χολέρα;)... αντράνταχτο επιχείρημα κατά τη μαμά.
    Δώρα αμφιβόλου ποιότητας όλα φυσικά, όπως και τα πολλά πολλά κουβερλί , για τον καναπέ, για το κρεββάτι για τις πολυθρόνες , για όπου μπορείς να φανταστείς και για κάθε περίσταση, γάμου, αρραβώνα, γιορτής και σχόλης.  Σε διάφορα σχέδια (τρίγωνα, τετράγωνα, μακρόστενα κλπ), με κάτι τεράστια λουλούδια ή με κάτι πρόσωπα μοιραίων γυναικών, να τις παίρνει ο αέρας τα μαλλιά ή να δακρύζουν,  με δαντέλες και κρόσια, ωραιότατα και πολύ μοντέρνα κατα αυτήν , "να έρθει κάποιος, να τα καμαρώνει και να τα ζηλεύει. Και να μην τους πεις ποιος σου τα πήρε και  έρθουν  και μου ζητάνε να τους πάρω. Γιατί τα βρήκα φτηνά αλλά φαίνονται πανάκριβα! Θα λένε που βρίσκει τόσα λεφτά αυτή! " λεγόμενα της μαμάς πάντα. Παίρνει και σεμεδάκια ,σεμεδάκια, σεμεδάκια παντού, για την τηλεόραση, για τα τραπεζάκια,  για το μπάνιο , την κρεββατοκάμαρα, μέχρι για το  laptop μου πήρε σεμεδάκι σε διάφορα περίτεχνα σχέδια και χρώματα (που σχεδόν σε ζαλίζουν).
    Δεν θα αναφερθώ στα αρώματα, πατσουλιά  και διάφορα καλλυντικά σε υγρή ή κρεμώδη κατάσταση, σαμπουάν, αφρόλουτρα κλπ όπως και "αυθεντικότατα " γνωστά αρώματα "μάρκας" , που τα βρίσκει στην κανονική τους τιμή στα παζάρια (λιγότερο απο 5 ευρώ το ένα), λέγοντάς μου πόσο βλάκας είμαι  που κάθομαι να με κοροϊδεύουν "οι έξυπνοι" στα μαγαζιά που πάω για να  τα αγοράζω πανάκριβα χωρίς να σκέφτομαι την κρίση!
    Κι εγώ τα παίρνω όλα τα δώρα και τα περισσότερα τα στοιβάζω μέσα στην ντουλάπα, αυτά δεν τα δίνω πουθενά, όχι γιατι θέλω να τα βάλω κάπου ( στο σπίτι ή πάνω μου γιατί τα δώρα περιέχουν και ρούχα φυσικά ή αξεσουάρ για τη μηχανή μου), όμως σκέφτομαι  λεφτά έδωσε η καψερή, όλη τη σύνταξή της εκεί τη χαλάει. Γιατί να τα δωρίσω σε άλλον; Τελος πάντων. Μακρυγόρησα για να σας δείξω λοιπόν το δώρο που μου πήρε και μου το έδωσε σήμερα.


    Ενα ωραιότατο αντικουνουπικό ρεύματος που πέφτουν πάνω τα κουνούπια και τζιζ τζιζ αποδημούν εις Κύριον των Κουνουπιών. Μου είχε πάρει φυσικά πέρσι κι ένα  άλλο σε σχήμα αυγοειδούς κοτόπουλου, αρκετά μεγάλο και κίτρινο, αλλά χάλασε με το που το έβαλα στην πρίζα και το ξεχάσαμε! Με αυτά τα ηλεκτρικά αντικουνουπικά εκτός του ότι σκιάζομαι κάθε φορά που πέφτει ένα κουνούπι πάνω και θέλω να το σώσω και το διώχνω τελικά για να φύγει και χαίρομαι που το σώνω, σκέφτομαι πόσα κουνούπια μπορεί να σκοτώσει αυτό το μαραφετάκι;  Άγνωστο. Είναι λεει και για εξωτερικούς χώρους. Μα αν το βάλω έξω στο εξοχικό μου, θα πήξει σε ένα λεπτό με τόσα κουνούπια που κυκλοφορούν.
    Ομως το πήρα κι αυτό το δώρο όπως όλα τα άλλα με έκδηλη χαρά και ευχαρίστηση ( γιατί αλλιώς θα το καταλάβει η κυρα-Ρίτσα και θα με ρωτάει αν μ΄αρέσει και γιατι δεν μ αρέσει και δεν έχω γούστο κλπ κλπ) και θα το βάλω στο εξοχικό (όπως έχω κοτσάρει κι άλλα πραγματα που μου έχει δώσει γύρω γύρω στο σπίτι, μαζί με τον ημερολόγιο με το μηνα Μάϊους) να το δει η κυρα Ρίτσα όταν θα έρθει με τον κυρ Βασίλη να κάνουν κανα μπάνιο στο γιόκα τους, να χαρεί ότι όσα παίρνει τα χρησιμοποιούμε κι έτσι να συνεχίζει να παίρνει κι άλλα!
Thanx mom! Give me more, I love them all!